.

Έχω ένα Πύργο στην άκρη της Πόλης
μέσα υπάρχουν στολές πανοπλίες
και μία φατσούλα εξώλης προώλης
που κάνει τα βράδια γκριμάτσες αστείες

Έρχονται εδώ οδοιπόροι τουρίστες
σε γκρουπ κι ορισμένοι συχνά κατά μόνας
χορεύουν τις νύχτες σε λούτρινες πίστες
ενώ τον καιρό του ετοιμάζει ο χειμώνας

Ποτά φαγητά μουσικές και κοκτέιλ
πολυέλαιοι φώτα χοροί αλά μπρατσέτα
στον κήπο μου τρέχουν ο Τσίπ με τον Ντέηλ
κι εγώ των μαλλιών σου κοιτώ τη φουρκέτα

Αχ τούτη η φουρκέτα δεν ξέρει τι κάνει
κρατάει φυλακή τα μακριά τα μαλλιά σου
κι εγώ που κοιτάζω σα να ’μαι  χαϊβάνι
για κοίτα πώς τρέχω. . . πώς τρέχω κοντά σου

Πώς τρέχω κοντά σου με μια πιρουέτα
κρατώ —την καρδιά— μαξιλάρι εκεί πάνω
εκεί να καρφώσεις βαθιά τη φουρκέτα
να δω τα μαλλιά σου λυτά κι ας πεθάνω. . .

karabouzouklides.blogspot.com, 2010

.

ΓΙΑ ΤΗΖ ΖΩΗΝ

Κατζ’ η ζωή, καλή
η πόρτα της έμ πάντα χαμηλή
τούτομ ποττέ μεν το ξιχάσης
πρέπει να σιύβκεις να περάσης.

.

ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ

Μεμ μου λαλής εξιζουμίστηκες ας γράψουν τζ’ άλλοι
τζ’ ο ποιητής έν όπως τ’ όξυνον,
π’ ώσπου το σφίγγεις βκάλλει.

.

ΓΙΑ ΤΗΓ ΚΑΡΔΙΑΝ

Έν η αλήθκεια πως συνέχειαν
έσιει μας πάσ’ στην τζεφαλήν της
αμμά έγ κόσμος τούτος, να χαρής,
να την αφήκης μανισιήν της;

.

Η λέξη, τχ 152, Ιούλιος-Αύγουστος 1999

.

Οι φίλοι μου φημίστηκαν πια μες στην Αθήνα.
Είμαι σαν το πουλί σε φύλλο λεμονιάς
μέσα στον στρόβιλο τ’ αγέρα
το στόμα όλο χώματα, όλο το στόμα (μ)αίνος.

Οι φίλοι μου εγκρίθηκαν πια μες στην πατρίδα
όχι γιατί λυχνόβιους τους φίλησε ο Βασιλιάς –
μήπως κι εγώ δεν έχω τη δική μου νοσοκόμα
μήπως μ’ αρνήθηκε ποτέ στην άκρη της μιλιάς;

Οι φίλοι μου ξεχώρισαν μες στην πατρίδα
αφότου μόνιασαν με την κοινή της γνώμη.
Τέτοια αρετή θ’ ακολουθούνε στο εξής
μακριά απ’ τα χωράφια τού Ρονσάρ μέσα στα θερμοκήπια.

Οι φίλοι μου ξακούστηκαν μες στην Αθήνα.
Είμαι σαν το πουλί στη λεμονιά
κάτω απ’ τον στρόβιλο τ’ αγέρα
το στόμα όλο αίματα, όλο το στόμα πίκρα.

Τα Άκτα, 1996

.
 
I

Τα εβδομήντα – όταν άλλοι είναι νεκροί
και άλλοι γέροι – είναι μιά ηλικία πικρή
για τους ζωντανούς. Αλλά και τους υπόλοιπους
δεν θα τους υποδεχτεί ο Όλυμπος.
 
 Γιατί μετά θάνατον το σώμα
δεν θα ξαναπλάθεται από χώμα.
Αφού μετατρέπεται σε λίπασμα,
θα κυκλοφορεί ως απείκασμα.
 
 
II
  
Όλα δείχνουν πως διαβαίνουμε την Πύλη
δίχως τη σωματική μας ύλη:
 
 καθαρές ψυχές, άυλα πνεύματα,
άτρωτα απ’ τα μαγειρέματα
 
 του χρόνου, που –όμως σ’ εκείνα τα ύψη–
πολύ φοβάμαι πως θα μας λείψει.
 
 
III
 
Γιατί δίχως σώμα (έστω νεοσύστατο)
η αιωνιότητα θα ’ναι υποκατάστατο.
Χωρίς χείλια, ρώγες, στήθος,
θ’ απομένει μόνο η ιδέα, ο μύθος
 
 – βέβαια κι η μουσική των κόσμων,
αλλά μια μορφή διακόσμου,
όπως το βιολί ή το μαντολίνο
συνοδεύει λόγια, όχι εκείνο
 
που συνέβη (δίχως συνοδεία λαγούτου)
στον καιρό του. Ως εκ τούτου
από το να ζω μονάχα με τον ήχο
προτιμώ τα εβδομήντα και να βήχω.
 
Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001
.
Τ0 πλοίο αυτό που ταξιδεύει χρόνια μες στις θάλασσες
δίχως σημαία και πλήρωμα και δίχως σκοπό
ξενυχτώντας σε λιμάνια που σαν αγάπες αγκάλιασες
με φύλλα πορείας αόρατα, σαν ανθισμένο βουνό,

το πλοίο που ονειρεύτηκες για μυστικές διαδρομές
χωρίς ελέγχους στα δρομολόγια κι εξακριβώσεις
σέρνοντας κήπους από χιόνι και μουσική από βροχές
και σε τρυπάει ο πόνος του όπως οι πόνοι στις αρθρώσεις,

το πλοίο αυτό που ταξιδεύει μες στην καταχνιά
μόνο του σκέφτεται και μόνο του παίρνει αποφάσεις.
Δεν είν’ εκείνο που θα πάρουμε για να σκορπίσει η σκοτεινιά
και να ’βρει ο θάνατος επάνω μας προφάσεις.

Αναμνήσεις από την Όπερα, 1987
.
Ποδήματα φθαρμένα, σαν της γριάς τα γνέματα,
και λαμπραστέρι μου έκπτωτο, τραυλό μαράζι,
κι εσύ, ψυχούλας σκιά, που βάλτωσες στα φλέματα
του γέρο-σατανά, που βλασφημά, κομπάζει,
τα τρόπαιά του πάρ’, τ’ αναίσχυντα, και κρέμα τα,
όπου η νύχτα, πιο από νύχτα, σε δαμάζει.
θαμμένος στου ανοσίου φαράγγια, λόγγους, ρέματα,
αιστάνσου το γλυκύτατον να πνεύσει αγιάζι,
σταλμένο, όλο, της σωτηρίας σου τα δέματα,
απ’ το Αρνίον, οπού πραότατα βελάζει.
μην κύπτεις, είναι πλάι σου, τα κακά πολέμα τα
με φως του, από σμαράγδι, αδάμαντα, τοπάζι.
διά του στεφάνου, πάντα καταλεί τα ψέματα
φουστάνι πια, της ανθρωπότητας, και νάζι,
κι ως οι άκανθες, τρυπώντας, πλημμυρίζουν αίματα,
η μυστική θυσία τον θάνατον αγιάζει.
 
Ο άνθρωπος από την Γαλιλαία, 2005
.
στον Γιώργο Κακουλίδη

Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει
και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·
στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά
το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.

Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα
κι όλη τη νύχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·
πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ
και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.
 
Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,
νὰ σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;
Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά
κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.

Μετά τα μυθικά, 1996

.

Τ’ άλογο τ’ άλογο πάει εγέρασε
τ’ άλογο τ’ άλογο έγειρε κι έπεσε
τ’ άλογο τ’ άλογο πάνω στις λέξεις

κίνδυνος, θάλασσα, άνεμος
ούριος, πόλεμος, θρίαμβος

έρωτας, όνειρο, αίσθηση,
θύμηση, ποίηση, θάνατος.

Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Μια γυναίκα κοιτάζει τη θάλασσα
Μια γυναίκα μ’ ολόμαυρη ράχη
Μια γυναίκα μονάχη.

Και το κύμα που σπάει
–καθώς βγαίνουν τ’ αστέρια–
ταπεινά ακουμπάει
στην ακτή τον ανάπαιστο∙
τον ανάπαιστο
που της γλείφει τα χέρια

Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Ο αμφίβραχυς βρέχε
………………………ται
Ο αμφίβραχυς δέρνε
………………………ται

Στην κόψη των δύο
………………………κυμάτων
………………………λικνίζε
………………………ται και κλυ
………………………δωνίζε
………………………ται

Ο αμφίβραχυς βρέχε
………………………ται
Ο αμφίβραχυς δέρνε
………………………ται

Ο αμφίβραχυς μπάζει
………………………νερά και
………………………βουλιάζει.

Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει
κι είναι νύχτα κι όλο βρέχει
τα σκοτάδια δεν αντέχει
χάδια θέλει και δεν έχει
τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει
ο Τροχαίος τώρα τρέχει.

Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Ταρά ταρά ταρά
ο ίαμβος περνά
ταρά ταρά ταρά
και πάει στο Πουθενά
ταρά ταρά ταρά
το Τίποτα απαντά∙
ταρά ταρά ταρά
το παίρνει αγκαλιά
ταρά ταρά ταρά
και κάνουν δυο παιδιά
ταρά ταρά ταρή
το ένα είναι το Μη
ταρά ταρά ταρέν
και τ’ άλλο είναι το Δεν
ταρά ταρά ταρέν
τα δυο μαζί Μηδέν.

Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Χαμήλωσα στο έλαχιστο τον ήχο
Κι οι πρόστυχες φωνές αυτοστιγμεί
Ακούγονται σαν ψίθυρος αγνές·
Σαν ψίθυρος μαζί με τις φωνές
Οι γλωσσικοί βιασμοί κι οι ξενισμοί
Που δεν απαριθμούνται σ’ ένα στίχο.

Διότι αν πρέπει να ’χω τέτοια γλώσσα
Με σόου τζάκποτ ζάπινγκ και τι-βι
Την καταργώ καλλίτερα εντελώς
Κι ας μείνει μόνο ως ψίθυρος απλός
Μιας πίστης υπενθύμιση ακριβή
Καθώς κοιτώ τα σύννεφα στην Όσσα.

Πλανόδιον, τχ. 21, 1994

.

Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ’ όσους διψάν για χίμαιρες γέρνεις
την κούπα σου που ναι πάντα αδειανή.

Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί, στ’ αυτί που σπαράζει,
χιμάς και γλείφεις σαν το σκυλί.

Δεν αγαπάς! Αφήνεις τους ψύλλους σου,
τους ήχους που φτάνουν από μακριά,
αγρύπνια, κακόφωνο όργανο,
που αλέθεις των εκλεκτών το «ωσαννά».

Αγρύπνια, της κόλασης κήτος,
είναι το φιλί σου φωτιά.
Αφήνει μια γεύση από σίδερο,
που χουν ξηλώσει από καράβια παλιά.

δίσκος: Αγρύπνια, 2002

 
.
Οξύβοα κουνούπια, αναίσχυντα, που το αίμα μας ρουφάτε,
διπτέρυγα της νύχτας κνώδαλα, ζητώ μια χάρη:
τη Ζηνοφίλα αφήστε ήσυχη μια στάλα ύπνο να πάρει
και ιδού, σπεύστε, κατασπαράξτε τα δικά μου μέλη.
Αλλά τι μάταια φλυαρώ; Αφού και τα ανάλγητα θηρία
τέρπονται με το δέρμα της το τρυφερό σαν μέλι.
Μόνο αγγίξτε την, σιχαμερά ζωύφια, αν τολμάτε:
Θα νιώστε των ζηλότυπων χεριών μου τη μανία.
  

* * *

Κουνούπι, πέταξε, ταχύς αγγελιαφόρος, κι ακουμπώντας
στο αυτί της Ζηνοφίλας τρυφερά ψιθύρισέ της:
«Άγρυπνος σε προσμένει κι εσύ, την αγάπη του ξεχνώντας,
κοιμάσαι.» Εμπρός, φιλόμουσε, πέτα και μίλησέ της
σιγά, μονάχα τον ομόκλινό της μην ξυπνήσεις
και την οδυνηρή ζηλοτυπία του ερεθίσεις.
Κι αν τη μικρή μού φέρεις, με δορά λέοντος θα σε στέψω,
κουνούπι, και να φέρεις ρόπαλο θα σου επιτρέψω.
 
Ερωτικά επιγράμματα, 1999

.

San Gregorio, 10.7.84

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
—καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα—
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα—
μ᾿ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης— καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

.

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
τα χρόνια μου είχαν ρίζες, ήταν δέντρα
που τα ’ντυσε με φύλλα η καρδιά
και τ’ άφησε ν’ ανθίζουν μες στην πέτρα

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση
οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν, νησιά
που δίψασε η καρδιά μου να τα ψάξει

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ
η νύχτα εσύ, το όνειρο της μέρας
μικρή πατρίδα, σώμα μου κι αρχή
η γη μου εσύ, ανάσα μου κι αέρας

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει
σε όνειρα, σ’ αισθήματα υγρά
το μυστικό τον κόσμο ν’ ανασάνει

Γιώργος Ανδρέου – Παρασκευάς Καρασούλος, Μικρή πατρίδα, 1996

.

Στον Λαυρέντη

Ζούμε σε μια τρέλα      και το ξέρω
Κι ό,τι δε μπορούσα να υποφέρω
Έγινε η φυγή μου τώρα η μόνη
Άρπα λαιμητόμος και τιμόνι

Κι είναι κείνη που άνοιξε τη θέα
Μια γυναίκα επίπλαστη      μια ιδέα
Κάποτε υποκρίτρια και στο χάδι
Μέσα στο νερό και στο σκοτάδι

Στο γαλάζιο θήραμά σου χύμα
Κι άσε τα βυζάκια σου στο κύμα
Στο εφηβαίο χρυσάφι στάλα-στάλα
Φλοίσβο στων μηρών σου τη διχάλα

Βγες στους φωταγωγημένους δρόμους
Έπειτα και σάρωσε τους νόμους
Με τις σκανταλιές του φραγκοράφτη
Παίξε βάνοντας φωτιά όπου ανάφτει

Τ’ αλκοόλ σε λούζει ανταύγειες      πάρ’ τες
Στο σεντόνι σου με τρεις αντάρτες
Λύσου να σε οργώσουν πέρα ώς πέρα
Τρυφερή φευγάτη περιστέρα!

Μέτρα γενναιόδωρη ερωμένη
Από κάθε σου νυχτιά τι μένει
Φτάνει για να σώσεις την ψυχή σου
Και τρακόσιους-δώδεκα μαζί σου.

Τετράμηνα, τχ. 50, Άνοιξη 1993

.

Στον Νίκο Ξυδάκη

Ας πούμε αυτοί      γεράσαν μόνοι τόσο βιαστικά
Κι αντάμα τους γεράσαν κι οι αναμνήσεις
Σε μαύρα μπάρκαραν μεγάλα μεταγωγικά
Και παν      και σ’ ανταρσία πώς να τους κινήσεις
Όταν προσμένουν με γαλήνη κι αίσια θλίψη
Να ’ρθεί βαρύ πειρατικό να τους συνθλίψει;

Ripresa ….. Φεγγάρι που ’βρεχες φωτιά
Δεν τους αντάμωσες ποτέ καθώς ερχόσουν;
Πες μου      μ’ αλήθεια ή με ψευτιά
Τι περιμένουν πια για να θυμώσουν;

Των αλλουνών έχει η ζωή μεβίας ανατραπεί
Απρόσμενα      μες στο βαθύτερο σκοτάδι
Έχει ο καθένας τους πολλά να κάμει και να πει
Γι’  αυτό κι η λάμπα του αναιρεί το εξαίσιο βράδι
Με τόση σκόνη στης ψυχής τους το στημόνι
Ό,τι κι αν βγει ενοχή καμιά δε ρυτιδώνει

Ετούτοι πάλι που  ’σβησαν το μάτι του φιδιού
Γκρεμίζονται κοπαδιαστά και καταμόνας
Συνεπαρμένους απ’ την αύρα του εύκολου καιρού
Τους διαφεντεύει ο κάθε ανίσχυρος τυφώνας
Σχίζουν τα πέλαγα του μήκους και του πλάτους
Μουρλά πουλιά που καψαλίσαν τα φτερά τους

Μα υπάρχουνε και τα πολλά καλόβολα παιδιά
Του Λεβϊάθαν που μπορούν και ξεχωρίζουν
Ποιο το καλό ποιο το κακό και ποια η αναποδιά
Που συνηθίσαν να επιζούν χωρίς να ελπίζουν
Όλους τους πόνους έχει ο χρόνος απαλύνει
Αυτός ο αϊτός που τώρα κρύβει τη σελήνη.

Η Μυκονιάτικη, αρ. φ. 6, Ιούλιος-Αυγουστος 1993

.

Στον Θανάση Χαρμάνη «Δεύτερη Ανάθεση»

Φυλάξου γιατί παίρνει χρώμα η γύρω φύση
Σα μεγαθήριο σ’ έχει η εξέγερση πλευρίσει
Σιγή      πετάει ένα πουλί      βούκινο ένα βαπόρι
Και τώρα ακούγονται σκυλιά και μισθοφόροι
……Ζυγώνουν      έρχονται να σπείρουνε τον τρόμο!

Γη ταραγμένη από σκιρτήματα θανάτου
Κάμπος πλατύς που φαρμακώσαν τα νερά του
Γκριζαρισμένα από το θειάφι και το νέφτι
Μιας άστοργης βροχής κακού που ’δες να πέφτει
……Εδώ χαιρέκακα σταλμένη από το νόμο

Μ’ άλικο φίλτρο τραβηγμένα σε κοιτάνε
Πρόσωπα ασάλευτα καθώς      μικρέ λαοπλάνε
Χάνεσαι μέσα στη θεόρατη νεφέλη
Και μια πομπή τα λάβαρά της υποστέλλει
……Θωρώντας σε      δεντρί φτενό για το λοτόμο

……Θεέ της ανυπακοής      σ’ άγνωστο δρόμο

Μ’ απανωτές εκρήξεις καταμήκος της ασφάλτου
Πρόσταξε «Χίλια!» στο λευκόχρυσο πεντάλ του.

Εντευκτήριο, τχ. 9, 1989