.

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.

Στο τρίτο πάτωμα οι λεσβίες
ακούν του δρόμου τις ρομβίες
και προσπαθούν με σάπια φίλτρα
να νιώσουν σκίρτημα στη μήτρα.

Κι εσύ που ήσουνα για μένα
σαν αποβάθρα για τα τραίνα
σε ποιο σταυρώθηκες φανάρι
μια τέτοια νύχτα του Γενάρη;

φύσα αεράκι φύσε με, 1992

.

Στον Θεόφιλο Σωτηρίου

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.

Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.

Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,

να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Μαύρα λιθάρια, 1981

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ Ι

Χάραξε τη μνήμη σκληρά η μορφή της:
τα μαλλιά που ο αγέρας τα τυραννούσε,
ο λαιμός που σφίγγαν —επίχρυσοι όφεις—
τα περιδέραια,

ο ίσκιος των βλεφάρων που σαν μαγνήτης
τον τραβούσε ολέθρια κι η κρύα λάμψη
των γλαυκών κορών της, που ως Μέδουσα άλλη
πάγωνε το αίμα.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙ

Βρέθηκε κατόπιν στ’ απόκοσμο άλσος,
όπου μύριες λεύκες αργά θροΐζαν:
ανοιχτήκαν ξάφνου μπροστά του οι άδειοι
κήποι της Όρφνης.

Κι από το στερέωμα των άστρων πάνω,
από της Σελήνης τον άυλο κύκλο
έπεφτε συνέχεια στους κήπους κάτω
φέγγος και δνόφος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙΙ

Έπειτα μονάχος μες το σκοτάδι
χάθηκε στης πόλης τους λαβυρίνθους,
σ’ άδειες στενωπούς και σε νεκρωμένους
μύριους μαιάνδρους.

Πιο μακριά μετά στο ποτάμι δίπλα
βάδισε κοιτώντας στην άλλην όχθη
μαυσωλεία κι ηρώα που κυπαρίσσια
δορυφορούσαν.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV

Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.

Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν  με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ V

Φεύγοντας για πάντα τη νέα Κολχίδα,
τους λευκούς χειμώνες, τις άγριες νύχτες
είδε τον λιμένα μια μέρα πάλι
της μεσημβρίας.

Στρόβιλοι φωτός κατεβαίναν ξάφνου
από τους γλαυκούς ουρανούς του θέρους
κι ως και τους δαιδάλους βαθιά του νου του
φώτιζε η λάμψη.

Μεσομήδης, 2008

.

Αυτές οι μέρες έχουν πάντα αίσιο τέλος
Μάγισσες ηττημένες που θα φύγουν
Χρυσές πλεξίδες σε παράθυρα που ανοίγουν
Δράκοι που πέφτουνε νεκροί από ένα βέλος

Μη βγεις ποτέ μέσα από τις σελίδες
Εκεί θα είσαι η δική μου αγαπημένη
Με μάγους και με ξωτικά τριγυρισμένη
Κι απ’ τις δικές μου τις στεγνές ελπίδες

Θα ρθω και θα σε πάρω κάποιο βράδυ
Σαν πρίγκιπας με το άτι σαν ιππότης
Κουτσός και μολυβένιος στρατιώτης

Ή ακόμα, με της μάχης το σημάδι
Σα βάτραχος, σαν κύκνος ή σα λύκος
Μα όπως και να χει, πληγωμένος ως συνήθως.

logopaigniasedueto.blogspot.com, 2010

.

Για . . .  δυό λεφτά . . .  προσέξτε αυτή την κίνηση
(μην πείτε αργότερα πως δεν σας το είπα).
Δεν πήρα διδακτορικό απ’ το Αθήνησι
κι όλη η ζωή μου στο νερό μια τρύπα.

Μα λέω, διαβάζοντας του κύριου Κάτρη το
Πατερημών πως θαν τη βρούμε μέσα,
γιατί είναι το παρασκήνιο όλο διάτρητο
κι απ’ όλα πιο πολύ σας λείπει η μπέσα.

Όταν καλλιεργείτε την παράνοια,
που αυτάρεσκα τη βαφτίζετε σέβας,
κάποιοι μπορεί κάτω απ’ την επιφάνεια
ν’ ανακαλύψουν την καρδιά της φλέβας.

Και ναι μεν ξεγλιστράτε σαν το χέλι, μα
έτσι και πέσουνε καναδυό σμπάρα…
Μη μου δικαιολογείτε πια (με το έλλειμμα
του Προϋπολογισμού) τη στραβομάρα!

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

. 

Όμως
ποια να σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
—με τόση λάμψη τόση μουσική—
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

Το άλμπουμ των αποκομμάτων, 2009
.
.
(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)

Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο

Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα

Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ’ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του

Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δεν βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα

Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλιωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
Και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη

Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα

Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
Και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη

Περιμένω τον μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
Που επιστρέφει μ’ άλλο σώμα από τον Πόλο

Περιμένω τον χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα

Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
Και το πτώμα που χει αργήσει στην κηδεία

Περιμένω τον Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απ’ τη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη

Περιμένω να ρθει κάποιος να με σώσει
Να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
Για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει

Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ.ο.κ.

Μου γνέφουν, 2000

.

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών . . .

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σου γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

Μου γνέφουν, 2000

.
.
Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
Καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
Μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός τού Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβημένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
Μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
Ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό

Μου γνέφουν, 2000

,.
.
Μπαρ Saint Tropez d’amour
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει

Υπήρξε, 1999

.

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα

σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια

τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα

σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

Χαίρε, πανάρχαιά θέαινά μου, Εκάτη,
κόρη εύσπλαχνη της έναστρης νυχτός,
που για κάθε ζητιάνο και σακάτη
ο κόρφος σου είναι πάντοτε ανοιχτός.

Εκάτη τρίμορφη κι Εκάτη χθόνια,
εσύ των μαγισσών είσαι η κυρά,
που μ’ ελλεβόρους, βότανα και κώνεια
φτιάχνουν κάτι ποτά φαρμακερά.

Κι Εκάτη! Εσύ στο φέγγος της σελήνης
και μες την παγωμένη σιγαλιά
μαζί με τις δυο πόρπες σου ξελύνεις
σ’ όλη τη γη του πάθους τα σκυλιά.

Εκάτη, 2010

.

Από ποτάμι άνυδρο έφτασαν δυο σταγόνες
νιότης. Πού θα ’βρουν τις πηγές αυτοί που ’ναι να ’ρθούν;
Θα τους ζητήσουν τα κλειδιά αδάκρυτοι τελώνες
Στημόνι πίσω χάραξα,
να μη χαθούν.

Ρόδι μεστό ξεχύθηκε στο χώμα
Και πότισε
από άρραγο γυαλί
Λόγος που κυοφόρησε πολλών ανθρώπων στόμα
Κεραυνός μήτρας ήρθε η εντολή.

Ποιος ποταμός μάς γύμνωσε
Φέρνοντας στάχτες πύρινες ακόμα ζωντανές!
Έστρεψε αλλού τη μοίρα για
Να μετρήσει ανάστημα μπροστά στο αχανές.

Στίγμα, 2004

.

01010

λίγο-λίγο, σπρώξε-σπρώξε, πού και (μοιρο-) πού και πότε-πότε (-λόι)

το τακ-τακ τού (περιμένω πώς και πώς να μου χτυπήσεις!)

ρόπτρου, πριν τον (πέρα-δώθε) τοκετό του χρόνου στο ρολόι,

σπρώχνει το τικ-τακ του προς το πού (και πώς) να μην αργήσεις.

.

011011

ενθάδε κείται ο ποιητής μας †ηλίας λάγιος

που κάποιοι είπαν πως είν’ αλήτης και κάποιοι άγιος.

όλη και όλη η περιουσία του: ένας πλάγιος

τρόπος του λέγειν. ήταν ο στόχος του πάγιος:

να κατουρήσει στου ποιήματος το πηγάδι. ώς

τώρα απέτυχε, διαβάτη, φάρσα· ο τάφος άδειος.

.

0100011

ί θα λίπι απόψ’ (ι πίισις) ί θα κιμάτε ί θα ’χει χάσι τιν ακοΐ τις.

ί μιν ο όμιρος (λόγο ίισις) δεν ανίγι όταν χτιπάι ο μαρονίτις;

Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο, 2002

.

Τρομάζω στο χαμόγελο της τίγρης.
Της τίγρης που τη νιώθω να με γυροφέρνει,
και που όσο και να ψάξεις δεν θα τη βρεις.
Αόρατη γλιστράει στα δροσερά
φυλλώματα που εκτρέφουν οι έρημοι.

Η αγάπη σαν την τίγρη είναι φριχτή,
αλλά είναι και θεσπέσια.
Οι ραβδώσεις της με κλείνουν σε ειρκτή.
Στη σκέψη πως με μυρίζει σαν βορά
αισθάνομαι απαίσια.

Μα ευφραίνομαι όταν τραγουδούν οι βάρδοι
αυτό το ζώο που σχεδόν το νιώθω επάνω μου.
Ο Μπλέηκ, ο Μπόρχες, ο Λεοπάρντι.
Θα με σπαράξει ετούτη τη φορά;
Ή θα με σώσουν τα φτερά του άνεμου;

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Τη Δευτέρα ο άνθρωπος ξυπνά,
ακούγοντας αγγέλων ωσαννά
να θρυμματίζονται την Τρίτη,
όπως ο Ίκαρος από την Κρήτη.

Βουτά στο ακρογιάλι της Τετάρτης,
όπου ορθώνεται ο Χρόνος, ο αντάρτης!

Ευθύς, χωρίς ελάχιστη αμφιβολία,
ολοταχώς αλλάζει την πορεία.
Στους ώμους του φορτώνεται την Πέμπτη
κατάρες περιλούζοντας το empty . . .

Αγκυροβόλιο την Παρασκευή,
όταν χωρίς καμία προπαρασκευή,
βαδίζει κουρδισμένος για το Σάββατο.
Διαγούμισμα μήπως στο Άβατο;

Η Κυριακή, μια συνετή μητέρα,
απογειώνει τη Δευτέρα στον αέρα.

poiein.gr, 2007 (1993)

.

Στο θρήσκευμα έχω μυηθεί του ποτηριού
Με πορφυρό κρασί γλυκό σαν πετιμέζι
Όταν στον άνεμο της μέθης τρεμοπαίζει
Η νόηση σαν φλόγα ενός κεριού

Στο ησυχαστήριο θερμού μοναστηριού,
Στην κάμαρά μου, όπου μ’ εμπαίζει
Άδειο, φριχτό το εβένινο τραπέζι
Σαν άδεια γυάλα ενός καντηλεριού

Φέρνω κι εγώ γεμάτες τις μποτίλιες
Απ’ το κρασί του παραδείσιου κυκεώνα
Με ηδονές και τέρψεις επιχείλιες

Τόσο αγαθή είναι αυτή η φιληδονία
Που απ’ το στόμα μου δεν έπεσε σταγόνα
Στην Ιερή καθώς αρμόζει Κοινωνία

drearypoetry.blogspot.com, 2010

.

Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Χορεύουν σ’ ένα βελόνι
τρεις μονόχειρες χωροφυλάκοι·
ανοιχτοί μας προσμένουν δυο λάκκοι,
της χαράς μου τρυγόνι.

Ο συρφετός των αχρείων
μες στα ματάκια σου ανασαίνει.
Θα ζήσω λοιπόν τη ναρκωμένη
νύχτα των Εξαρχείων.

Κι όταν η μέρα ξυπνήσει
σε μια λαμαρίνα της Μεθώνης
θα με δει, θα σε δει, να καυλώνεις
α! στουπί στο μεθύσι.

Ίσως και να ’χεις εφεύρει
τους πεθαμένους που μας κοιτάνε.
Ήσυχα θ’ αποδημήσω και θα ’ναι
πρωινό του Νοέμβρη.

Θα ’ναι στα μπαρ του Παραδείσου
νυφούλα ραντισμένη με ρύζι
η ψυχή μου· κι εκεί να σφυρίζει
θε να βρει τη δική σου.

Το φως θ’ ανάψει πνοούλα,
απαλή σαν το χάδι κι η μνήμη,
και θα μοιάσει όλη η νύχτα απ’ ασήμι
και θα γίνεις δροσούλα.

Ανθοδέσμη, 1993

.

«τί ην είναι»
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Δεν κατάλαβα προς τί
μονοσύλλαβο το τί
πρέπει να ρωτάει, αντί
να σιωπά ή ν’ απαντάει

να με βάζει ή να με βγάζει
σε λαβύρινθο που αλλάζει,
της Αριάδνης η κλωστή
όσο άσπαστη κρατάει

Πάλι πάλι όμως προς τί
μονοσύλλαβο το τί
με ρωτάει;

Με ταράζει με ταράζει
άλλο να μου λέει στο αυτί
κι’ άλλον απ’ το νου, ως κλωστή,
ήρωα να με βγάζει.

15.12.86, πρωί

Ποίηση, 1997

.

Της τραγωδίας σήμανε το τέλος.
Έπεσε το σκοτάδι στη σκηνή.
Νεκροί η Δυσδαιμόνα κι ο Οθέλλος
την κάθαρση προσμένουν να φανεί.

Ποιος έφταιξε σ’ αυτή την ιστορία;
Ποιος θα τολμήσει, αλήθεια, να το πει;
Του Ιάγου η ζηλόφθονη μανία;
Των αυλικών του Οθέλλου η σιωπή;

Μα αν βάλουμε τα πράγματα σε τάξη
θα δούμε: Αυτοί που κείτονται νεκροί
μαζί με κείνους είχανε συμπράξει
και κάψει τη ζωή τους την πικρή.

Εκείνος το σπαθί είχε ακονίσει
πα στον ερωτικό του καϋμό
και κείνη στη θυσία συμφωνήσει
προσφέροντας τον άσπρο της λαιμό.

Δύσκολο να χωρίσεις τις ευθύνες,
δύσκολο την αλήθεια να την πεις
χωρίς να ξεσηκώσεις στις κερκίδες,
στα θύματα αισθήματα ντροπής.

http://www.sarantakos.com
(πρώτη δημοσίευση: περ. Πολιτιστική, 1985)