.

Έχει στον κόσμο τυχερούς και τυχερές
Που στερούνται φωνής. Κι έτσι, αυτοί, μόνο
Δάκρυα χύνουν! Κι είναι απ’ τις σπάνιες χαρές
Να ξεπλένεις με πίδακες τον πόνο.

Κάτω απ’ την πέτρα για ν’ ακούσω, έστω τριγμούς
Κάποιους, η κλίση μου ορίζει· αν μπορέσω
Μέσα στους επιτάφιους αναστεναγμούς
Νά ’βρω μια μελωδια να τη συνθέσω.

Έτσι δεν έκανε και ο εβραίος ο ψαλμωδός
Για καημούς αλλωνών ιδίως μιλώντας;
Και ίσως δεν έμενε εσαεί γη και σποδός
Η Ευρυδίκη, αν ο Ορφέας σκεφτόταν, όντας

Στον κάτω κόσμο εγύρεψε να κατεβεί,
Να μην κατέβει ατός του, αλλά να στείλει
Τη φωνή του. Η γυναίκα θα ’χε αμέσως βγει
Στους αλλουνούς κουνώντας το μαντήλι,

Και θα ’φτανε ώς εδώ, και δη ανεπιστρεπτί,
Κι όχι πια ναν την παν και να τη φέρνουν.
Πλην όμως άμα σου δοθεί η φωνή, ποιητή,
Όλα τ’ άλλα συνήθως σου τα παίρνουν.

Γλώσσα πολύτροπος, τχ. 3, Κέρκυρα 2001