.

Aδειάζει απ’ τους φανατικούς η αρένα.
Λειψό φεγγάρι γλύφει τις σκληρές
πέτρες. Παγώνει το νερό στη στέρνα,
χτυπάει την πόρτα ο χάρος τρεις φορές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάχτυλα από το φόβο κυρτωμένα.
Σκιές που ανοιγοκλείνουν τις φυρές
πόρτες. Αράχνιασε η παλιά ταβέρνα.
Σκυλεύει η μαύρη γάτα τις νεκρές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάκρυα που πενθούν μικροχαρές.
Καράβια που κουράστηκαν δεμένα.
Κι αυτή η ελπίδα: ο θάνατος-εξπρές . . .

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Παυσίλυπα, 1987