ξ

.

Οι δρόμοι αψέντι ευώδιασαν αψύ,
υγρές θηλές οι αφύλακτες διαβάσεις·
μ’ άνθη γεμίσαν οι ερημιές, κι εσύ
μαζεύεσαι νωρίς για να διαβάσεις.

Φοβάσαι το έξω, νιώθεις κούραση
για τα παιχνίδια, τις φωτοσκιάσεις
του μάταιου κόσμου. Απόμεινες νησί·
γι’ αλλού δεν έχει βάρκα να περάσεις.

Σπίτι κι αυλή, βιβλίο και μουσική·
φουντώνει ο μύθος, κλέβει την αλκή.
Τ’ άγουρο φρούτο γέμισε σαράκι.

Και μένει, συντροφιά κι αυτή κρυφή,
κάποιου σονέτου η δύσκολη γραφή,
a la maniere de Κώστα Καρυωτάκη.

Παυσίλυπα, 1987