.

Αναζητώντας άλλα ρούχα να ντυθώ
και προσωπεία για να κρύψω τη μορφή μου,
τα χρόνια πέρασαν χωρίς να δώσω ανθό
στη ρημαγμένη από το πάθος ύπαρξή μου.

Σε στίχο ελεύθερο, σ’ ευλύγιστο ρυθμό
όσο κι αν τόλμησα τη δίψα της ερήμου
να εκφράσω, με βαθύ, ανυπόκριτο καημό,
ψεύτικη ηχούσε απ’ τα μαλάματα η φωνή μου.

Τύμπανου χτύπημα και της καρδιάς παλμός,
ξέφρενου, πληγωμένου αλόγου καλπασμός
σταλαγματιά που και την πέτρα βαθουλώνει,

μονάχα εκεί, σε μια πανάρχαια μουσική,
που τους ανθούς με τους χαμούς ανακυκλώνει,
χορεύει ξένοιαστη και χαίρεται η ψυχή.

Παυσίλυπα, 1987