.

Πλεούμενο παλιό, σκουριές, κατράμι,
τρίζουν οι αρμοί, σβηστές οι μηχανές,
μνήμες σε κατοικούν, φωνές βραχνές,
μακρύς καιρός σε σφίγγει σαν πλοκάμι.

Ο καπετάνιος μούμια στο τιμόνι
σκυμμένος σε παλιούς μεσημβρινούς
πορεία χαράζει για τους ουρανούς,
ναύτες ακίνητοι στο ματσακόνι.

Όλα τα λόγια μες στο καρδιοχτύπι
μορφές αγγέλων και μορφές θεριών,
γεράκια με φτερά περιστεριών,
θάνατος και ζωή, χαρά και λύπη.

Ποιός είναι καπετάνιος, ποιος το σκάφος;
το κυβερνάς ή αυτό σε κυβερνά;
ποιος απ’ τους δυο τον άλλον προσπερνά;
Υδάτινος δεν σου ταιριάζει τάφος.

Απ’ την Ινδία ώς τη Μαδαγασκάρη
κόντρα καιρός με γρέγο και νοτιά
γίνηκ’ η θάλασσα παντού σταχτιά
κι ο σίφουνας χυμάει να σε μπατάρει.

Σκισμένα τα πανιά σου θα τα ράψω
και θα σου στείλω αγέρηδες καλούς
για να σε παν σε μυστικούς γιαλούς
κι εκεί το στίχο το στερνό θα γράψω.

Το γήινο ταξίδι έχεις τελειώσει,
στρέφεις την πλώρη σου στον ουρανό,
για τον Αλδεβαράν τον μακρινό
και κόσμους άλλους με μιαν άλλη γνώση. . .

Το πλοίο-φάντασμα, 1995