.

Φορώντας το ταλέντο τους σαν λαμπερή στολή,
οι ποιητές κρατάνε τη γνωστή σ’ όλους σειρά τους.
Με κεραυνούς και μ’ αστραπές μάς κόβουν τη χολή,
πεθαίνουν νέοι, ή μοναχοί περνάν τα γερατειά τους.

Μπροστά μπορούν να ορμήσουν σαν ουσάροι. Αυτός
πρέπει το παιδικό του να ξεχάσει δώρο, να ’ναι
αδέξιος, κακομούτσουνος και βαρετός
ώστε στο διάβα του οι περαστικοί να μη γυρνάνε.

Για την εκπλήρωση της πιο μικρής του επιθυμίας
πρέπει να γίνει ενσάρκωση της τέλειας ανίας,
να γίνει σκλάβος του έρωτα, να ’ναι με τους δικαίους
δίκαιος, αλλά πιο χυδαίος από τους χυδαίους,
και πάνω στο ασήμαντο το πρόσωπό του να
τραβήξει αγόγγυστα όλα των ανθρώπων τα δεινά.

Γ. Νίκας, Ξένοι λυρικοί, 2003


.

α.
Έτσι όπως πέφτει πάνω μου το φως,
μοιάζω, θαρρώ, στ’ αλήθεια ελκυστικός.
Σκέφτομαι, Ξένε, μοιάζει το κορμί σου,
Με τη γλυκιά φωνή του Διονύσου.
Β.

Έτσι όπως πέφτει πίσω μου το φως,
της νύχτας γίνομαι σιαμαίος αδελφός.
Παίζω με τ’ άστρα μπακαρά και πόκα,
σνιφάροντας με τη Σελήνη κόκα.
γ.

Έτσι όπως πλαισιώνομαι απ’ το φως,
μ’ αρέσει, νοιώθω υπέροχα. Κακός
άνθρωπος σε καλών ανθρώπων χώρα.
Στα σωθικά μου αιώνια αρχίζει μπόρα.
δ.

Έτσι όπως φέγγει μέσα μου το φως,
φέγγει αποκάτω μου ο φαλλός,
σαν φάρος, ξένα πλοία οδηγεί
στης γενετήσιας Χαναάν τη γη.
ε.

Έτσι όπως τρέμει και βρωμά το φως,
(σάπιο ζώο που σκέπασε ο χρυσός)
μαστίζομαι από μιαν αρχαία θλίψη.
Η ωμοφαγία ίσως μου ’χει λείψει.
στ.

Έτσι όπως το λυχνάρι δίνει φως,
έτσι κι εγώ σου δίδαξα το πώς.
Τί φταίω αν το λησμόνησες; Ελλάδα . . .
Σε πανάρχαιο πέλαγος νέα κουράδα.

Έτσι όπως σ’ έχει ερωτευτεί τρελά το φως,
να του ξεφύγεις δεν προφταίνεις, δυστυχώς.
Στο φωτορυθμικό του χάδι αφήσου·
Φωτόνια ας ξεσκίσουν το μουνί σου.

Α.
Έτσι όπως παιχνιδίζει αλλού το φως,
ξεσπάει στους ανθρώπους ο θυμός.
Από τον ήλιο νοιώθουν προδομένοι.
Διόρθωση: νοιώθουν κερατωμένοι.

β.
Έτσι όπως τρεμοπαίζει αυτό το φως,
απέναντί μου ψόφιος ο Υμηττός.
Κουφάρι που την πόλιν μου κυκλώνει.
Σ’ αυτή τη χώρα η φύση δεν καυλώνει.

Ω.
Έτσι όπως μας λικνίζει αυτό το φως
σαν στάχτη, και σαλεύει ο κουρνιαχτός,
θυμάμαι την αγάπη, και ξερνάω.
Κι ύστερα το ξέρασμα αγαπάω.
Δ.

Έτσι όπως στροβιλίζεται το φως,
γυρίζω στο μεθύσι διαρκώς.
Καίνε χιλιάδες βάτοι στο μυαλό μου.
Έτσι! Ξεχνώ τον δικό σας εαυτό μου..
Ε.

Έτσι όπως βομβαρδίζομαι απ’ το φως –
(τί γίνεται; τί γίνεται; χαμός!)
θυμίζω αγνό τοπίο σε μπανιέρα,
που κατουρούνε οι άνθρωποι ολημέρα.
στ.

Έτσι όπως φθισικό το φως μάς φτύνει
βήχοντας, με αίμα μαύρο σαν ρετσίνι,
για μια στιγμή ας αναρωτηθούμε:
είναι στ’ αλήθεια αλήθεια αυτό που ζούμε;

Γ.
Έτσι όπως τώρα λάμπει αυτό το φως
χάνεται ο οίστρος μου, ο διονυσιακός.
Κατάρα, κατάρα στης ρουτίνας-μέρας
το ξεκίνημα! Είναι η ζωή μας τέρας.

α
α
α
α
α
α
α

modern-greek-poetry.blogspot.com, 2005

.

Πώς είστε, αλήθεια, με την άλλη;
Πιο βολικά; Θα το υποστώ!
Άραγε εκείνο το ακρογιάλι
Απ’ το νησάκι το πλωτό

(Όχι στο κύμα, αλλά στα νέφη),
Εμένα λέω μην απορείς,
Υπάρχει ακόμα και σας γνέφει
Ή το σχολάσατε νωρίς

Από τη μνήμη σας; . . . Κορίτσια!
Προς Θεού! Να μείνετε αδελφές,
Φίλες . . . Μα, τέρμα τα καπρίτσια!
Όχι! ποτέ αγαπητικές!

Πώς είσθε, αλήθεια, πλέον με κείνη
Τη γυναικούλα την απλή,
Χωρίς Θεό για να σας κρίνει
Κι αφέντη να σας απειλεί;

Αφού έδιωξε πρώτα απ’ το θρόνο
Την πρώτη οπού ήτανε κυρά,
Ένα θα σας ρωτήσω μόνο
Και να μου πείτε καθαρά:

Πώς πάτε, αλήθεια; Αξιζει μία;
Τρώγεται; Μπήκε σε σειρά;
Το φόρο για την ατιμία
Πώς τον πληρώνεις, φουκαρά;

Δεν μένω! Ακόμη κι αν μπορούσα!
Ή αλλάζω σπίτι ή θα πνιγώ!
Μα πώς με την πρώτη τυχούσα
Αφού σας εδιάλεξα εγώ;

Πιο φρέσκο; Ή μήπως είν’ πιο ανώδυνο;
Μπούχτισες; Μη, τοις μετρητοίς!
Πώς διάολο ζείτε μ’ ένα ξόανο
Σεις, του Αδονάη ο ζηλωτής;

Πώς τα περνάτε; Μην το κρύψεις!
Καλά; Έτσι κι έτσι; Δηλαδή
Πώς πάτε, αλήθεια, με τις τύψεις
Εσείς, καημένο μου παιδί;

Κι αυτό το πράμα το αγοραίο;
(Αν το σκεφτείς, σου ’ρχεται τρέλλα!)
Μετά απ’ το μάρμαρο το ωραίο
Στη γύψινη τη μπαγκατέλλα!

(Άλλο είν’ το κράξιμο της κίσσας
Κι άλλο είν’ το όμορφο πουλί . . . )
Πώς πάτε με τη μυριοστή σας
Που τη φωνάζετε Λιλή;

Φάγατε το καινούργιο φρούτο;
Χορτάσατε; Μη μου απαντήσεις! . . .
Πώς είσθε με το γήινο τούτο
Το γύναιο, το χωρίς αισθήσεις;
(Τις έξι!)

Λοιπόν, da capo: Ευτυχισμένος;
Ή σε άβυσσο χωρίς βυθό;
Πώς είσθε, λέω, καλέ μου; Χάλια;
Σαν όπως με τον άλλο εγώ;

Γλώσσα πολύτροπος, τχ. 3, Κέρκυρα 2001

Φωτογραφία: B.J.Falk, Δυο γυναίκες καθισμένες σε παγκάκι, 1915

.

Έχει στον κόσμο τυχερούς και τυχερές
Που στερούνται φωνής. Κι έτσι, αυτοί, μόνο
Δάκρυα χύνουν! Κι είναι απ’ τις σπάνιες χαρές
Να ξεπλένεις με πίδακες τον πόνο.

Κάτω απ’ την πέτρα για ν’ ακούσω, έστω τριγμούς
Κάποιους, η κλίση μου ορίζει· αν μπορέσω
Μέσα στους επιτάφιους αναστεναγμούς
Νά ’βρω μια μελωδια να τη συνθέσω.

Έτσι δεν έκανε και ο εβραίος ο ψαλμωδός
Για καημούς αλλωνών ιδίως μιλώντας;
Και ίσως δεν έμενε εσαεί γη και σποδός
Η Ευρυδίκη, αν ο Ορφέας σκεφτόταν, όντας

Στον κάτω κόσμο εγύρεψε να κατεβεί,
Να μην κατέβει ατός του, αλλά να στείλει
Τη φωνή του. Η γυναίκα θα ’χε αμέσως βγει
Στους αλλουνούς κουνώντας το μαντήλι,

Και θα ’φτανε ώς εδώ, και δη ανεπιστρεπτί,
Κι όχι πια ναν την παν και να τη φέρνουν.
Πλην όμως άμα σου δοθεί η φωνή, ποιητή,
Όλα τ’ άλλα συνήθως σου τα παίρνουν.

Γλώσσα πολύτροπος, τχ. 3, Κέρκυρα 2001

.

Aδειάζει απ’ τους φανατικούς η αρένα.
Λειψό φεγγάρι γλύφει τις σκληρές
πέτρες. Παγώνει το νερό στη στέρνα,
χτυπάει την πόρτα ο χάρος τρεις φορές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάχτυλα από το φόβο κυρτωμένα.
Σκιές που ανοιγοκλείνουν τις φυρές
πόρτες. Αράχνιασε η παλιά ταβέρνα.
Σκυλεύει η μαύρη γάτα τις νεκρές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάκρυα που πενθούν μικροχαρές.
Καράβια που κουράστηκαν δεμένα.
Κι αυτή η ελπίδα: ο θάνατος-εξπρές . . .

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Παυσίλυπα, 1987

ξ

.

Οι δρόμοι αψέντι ευώδιασαν αψύ,
υγρές θηλές οι αφύλακτες διαβάσεις·
μ’ άνθη γεμίσαν οι ερημιές, κι εσύ
μαζεύεσαι νωρίς για να διαβάσεις.

Φοβάσαι το έξω, νιώθεις κούραση
για τα παιχνίδια, τις φωτοσκιάσεις
του μάταιου κόσμου. Απόμεινες νησί·
γι’ αλλού δεν έχει βάρκα να περάσεις.

Σπίτι κι αυλή, βιβλίο και μουσική·
φουντώνει ο μύθος, κλέβει την αλκή.
Τ’ άγουρο φρούτο γέμισε σαράκι.

Και μένει, συντροφιά κι αυτή κρυφή,
κάποιου σονέτου η δύσκολη γραφή,
a la maniere de Κώστα Καρυωτάκη.

Παυσίλυπα, 1987

.

Eγώ μονάχος να γυρνώ στα χάη,
χωρίς μιλιά ν’ αντέχω φονικά
κι εσύ στις 5 να καλείς για τσάι
κι η μάμυ σου να φτιάχνει τα γλυκά.

Μες το χειμώνα εγώ κι εσύ στο Μάη
στ’ άνετα εσύ κι εγώ στα ξαφνικά.
Κι όλο το πάθος σου για με να σπάει
σε γράμματα πολύ ρομαντικά.

Φύγε, μια στέρεη, κούφια γη σού πρέπει,
όπως ωραία το γράφει ο ποιητής,
δεν είναι η αγάπη τσάι και σαλέπι

μα πρέπει μέσα της ν’ αφανιστείς.
Κι όλο να διδαχτείς το αλφαβητάρι
της νύχτας, που στο ωμέγα θα σε πάρει.

Παυσίλυπα, 1987

.

Αναζητώντας άλλα ρούχα να ντυθώ
και προσωπεία για να κρύψω τη μορφή μου,
τα χρόνια πέρασαν χωρίς να δώσω ανθό
στη ρημαγμένη από το πάθος ύπαρξή μου.

Σε στίχο ελεύθερο, σ’ ευλύγιστο ρυθμό
όσο κι αν τόλμησα τη δίψα της ερήμου
να εκφράσω, με βαθύ, ανυπόκριτο καημό,
ψεύτικη ηχούσε απ’ τα μαλάματα η φωνή μου.

Τύμπανου χτύπημα και της καρδιάς παλμός,
ξέφρενου, πληγωμένου αλόγου καλπασμός
σταλαγματιά που και την πέτρα βαθουλώνει,

μονάχα εκεί, σε μια πανάρχαια μουσική,
που τους ανθούς με τους χαμούς ανακυκλώνει,
χορεύει ξένοιαστη και χαίρεται η ψυχή.

Παυσίλυπα, 1987

.

Στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη

Ό,τι κι αν γράφεις, φίλε μου Βαρβέρη,
για των ποιητών τα γηρατιά: πληγή,
βαθιά πληγή από φριχτό μαχαίρι,
δέν πρέπει να
χει πίκρα κι ούτε οργή.

Οι ποιητές ποτέ δεν φτάνουν γέροι.
Θνήσκοντες κάθε μέρα έχουνε βγει
πέρα απ’ του πόνου τα δεσμά, απ’ το χέρι
του χρόνου, σε μια γόνιμη σιγή.

Κι αν άρρωστοι μονάζουν σ’ άδειες σκήτες,
περήφανοι κι αλύγιστοι προφήτες
κόσμου τυφλού,

τη μοναξιά τους αν καλά προσέξεις
θα δεις πως συντροφιά έχουνε τις λέξεις
που τους μιλούν.

Παυσίλυπα, 1987

.

Κάτω από παλατιών στοές πολύ καιρό έχω ζήσει,
π’ άλλαζαν χίλια χρώματα στων ήλιων τις φωτιές·
τα τόξα, οι θόλοι, οι στύλοι τους, αγέρωχοι και ίσοι,
έμοιαζαν, όπως βράδιαζε, παραμυθιού σπηλιές.

Τα κύματα, κυλώντας τις μορφές των ουρανών,
της μουσικής των έσμιγαν τη δυνατή αρμονία
με του ηλιοβασιλέματος τη φαντασμαγορία
που την καθρέφτιζαν οι κόρες των ματιών.

Έζησα εκεί με τις γαλήνιες απολαύσεις:
με το γλαυκό το διάστημα μέσα απ’ αφρούς και γλάρους,
με αρώματα και μελαψές σκλάβες γυμνές και σκλάβους.

Το μέτωπο μού δρόσιζαν με κλώνια από βαγιές,
και να μαντέψουν γύρευαν κι έγνοια τους είχαν μόνο
το μυστικό το οδυνηρό που μ’ έκανε να λιώνω.

Στυλιανός Αλεξίου, Το εντευκτήριον, 2004

.

Άσπρα καλοκαίρια, κόκκαλα
χειμώνες μου, δέντρα γυμνά.
Πιάνω το τραγούδι μου ξανά
πίσω απ’ τις οθόνες και τα κρόταλα

που στραγγίζουν την ζωή μου βυθισμένη,
σκεπασμένη φοβερές εικόνες.
Κατάφορτη χρόνια κι αιώνες
Δευτέρα. Κιόλας φαγωμένη

Από τη μαύρη τρύπα, τ’ άγριο στόμα.
(Έχω φύγει ή εδώ είμαι ακόμα;)
Είμαι στη Μάνα μου κοντά· Δευτέρα.

Χαράζει η σιωπή της πλατυτέρα.
Η γλώσσα του ίσκιου της, βαθύ μου σώμα
η δρόσος του καλοκαιριού, το θάλπος του χειμώνα.

Πουλιά της νύχτας, 2005

.

Ποτέ δεν την φαντάστηκε τέτοια τιμή η Δαλασσηνή!
Ο γιός της αυτοκράτορας, κι εκείνη να κινεί
του Κράτους τα ηνία, στην Πόλη αρχηγός,
όσο έλειπε ο Αλέξιος στην μάχη στρατηγός.
Περήφανη, σεμνή, σεβάσμια η Άννα,
όμως κι αγέρωχη, άτεγκτη, ως βασιλέως μάνα,
έκρυψε τη χαρά, που να την κάνει θα μπορούσε,
από συγκίνηση να χύσει, δημόσια, ένα δάκρυ,
σαν της διάβαζαν το χρυσόβουλλο, που την τοποθετούσε
στης Ρωμανίας την αρχή, Δέσποινα απ’ άκρου σ’ άκρη…
«Ό,τι δικό μου, και δικό σου», έγραψε ο Κομνηνός,
στη μάνα του αφήνοντας την αυτοκρατορία.
Ώστε ένα το όνειρό τους, κι ο στόχος τους κοινός.
Κι ας έλεγαν, στης Πόλης την αγορά, με μοχθηρία,
έξαρχοι των συντεχνιών, μα και συγκλητικοί,
ότι από τους Κομνηνούς αρχίζει η ιστορία
που έκανε τον θρόνο, καρέκλα οικογενειακή.
(Ίσως εξαίρεση ο Ανδρόνικος· όμως κι αυτή περαστική).

Το άγνωστο Βυζάντιο, 2006

.

1. Βγάλαν απ’ τ’ άλογά μας τα μπουζί
πηγαίνουμε κι ερχόμαστε πεζοί.

2. Μας πήραν το κεντρί με νυχοκόπτη
να μη μας ενοχλεί στην πολυθρόνα.

Ακάθιστος Δείπνος, 1994

.

Πλεούμενο παλιό, σκουριές, κατράμι,
τρίζουν οι αρμοί, σβηστές οι μηχανές,
μνήμες σε κατοικούν, φωνές βραχνές,
μακρύς καιρός σε σφίγγει σαν πλοκάμι.

Ο καπετάνιος μούμια στο τιμόνι
σκυμμένος σε παλιούς μεσημβρινούς
πορεία χαράζει για τους ουρανούς,
ναύτες ακίνητοι στο ματσακόνι.

Όλα τα λόγια μες στο καρδιοχτύπι
μορφές αγγέλων και μορφές θεριών,
γεράκια με φτερά περιστεριών,
θάνατος και ζωή, χαρά και λύπη.

Ποιός είναι καπετάνιος, ποιος το σκάφος;
το κυβερνάς ή αυτό σε κυβερνά;
ποιος απ’ τους δυο τον άλλον προσπερνά;
Υδάτινος δεν σου ταιριάζει τάφος.

Απ’ την Ινδία ώς τη Μαδαγασκάρη
κόντρα καιρός με γρέγο και νοτιά
γίνηκ’ η θάλασσα παντού σταχτιά
κι ο σίφουνας χυμάει να σε μπατάρει.

Σκισμένα τα πανιά σου θα τα ράψω
και θα σου στείλω αγέρηδες καλούς
για να σε παν σε μυστικούς γιαλούς
κι εκεί το στίχο το στερνό θα γράψω.

Το γήινο ταξίδι έχεις τελειώσει,
στρέφεις την πλώρη σου στον ουρανό,
για τον Αλδεβαράν τον μακρινό
και κόσμους άλλους με μιαν άλλη γνώση. . .

Το πλοίο-φάντασμα, 1995

.

Η νύχτα περικύκλωσε τα σπίτια και τα δέντρα.
Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Στην επιφάνεια τ’ ουρανού τώρα επιπλέει κι η πέτρα
του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει.

Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.

Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.

Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο;

Δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω,
άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο
του Προβηγκιανού και του Λατίνου;

Άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου,
Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Του Προβηγκιανού και του Λατίνου
τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει.

Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα.
Τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα.

Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα
κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.

Κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως,
αστήρ ακάθεκτος μες στ’ άκαρπα ξενύχτια,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.
Ο ήλιος περικύκλωσε τα δέντρα και τα σπίτια.

Πρώτη δημοσίευση