.

‘Ηταν οι μέρες εκείνες
που λυσσάγαν oι μπασκίνες
και σου
ρχότανε ναυτία
όταν περνούσες τα Χαυτεία.

Κι εσύ!

Κρατώντας τον «Οδηγητή»
διάβηκες από μπρος μου
λουσμένη αρώματα Κοττύ
στην μπόχα του υποκόσμου.

Φώναζαν ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΧΙ
στα προποπρακτορεία
μα πέρναγες αγέρωχη
Κνιταρχοντοκυρία.

Κανένας δεν αγόραζε
δε δίναν σημασία
ήρθα και σ’ έπιασα αγκαζέ
και σου πα: «Έλα Τασία

πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
— αρχόντισσά μου και κερά —
μάζεψ’ τα μάνι-μάνι

πάμε τα δυο μας κορ-α-κορ
να κάνουμε επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη.

Κνίτισσα αρχοντοκνίτισσα
παλαιοημερολογήτισσα
να γίνουμε ένα εγώ κι εσύ
δόγμα και ανανέωση.

Θα το πατήσω το πεντάλ
μέχρι 90 και 100.
Διάβαζε εσύ τον Ρόζενταλ
για μένα η λίρα εκατό.

Πάμε σ’ ένα κρυφό κουτούκι
να φάμε πίτσα ή πεινιρλί
να μου κάνεις λούκι-λούκι
να σου δείξω ένα λιλί.

Θα κάνεις σου, θα κάνω μου
κι ό,τι άλλο θες ακόμα
κι απά στην ώρα του χαμού
θα σου φωνάξω: «Ένα είν’ το Κόμμα».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987