.

Οι ΝΕΟΙ ΗΧΟΙ ΣΤΟ ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ ΝΕΡΟ από σήμερα διακόπτουν λόγω θέρους. Θα επανέλθουμε μετά ενάμιση μήνα περίπου, τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη. Ώς τότε, σ’ όλους και σ’ όλες, ευχές για ανέμελες ώρες.

.

.

α΄

Ελάτε λέξεις
Και κουρνιάστε σαν πουλιά
Σ’ αυτούς τους στίχους


β΄

Αυτοί οι στίχοι
Τείχη ενάντια στις ορδές
Βάρβαρων ήχων


γ΄

Ύπτιος ποιητής
Ιπτάμενο τραγούδι
Ονειρεύεται


δ΄

Άπτερες λέξεις
Σα μαδημένα πουλιά
Σέρνονται χάμω


ε΄

Άγουρο ακόμα
Κόπηκε το ποίημα
Τώρα σαπίζει


στ΄

Αυτός ο έρωτας
Στο ποίημα δε χωράει
Το περιέχει


ζ΄

Μη με λυπάσαι
Ποίηση πάρε το φως μου
Φτάνει να λάμψεις

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

Η θλίψη του ασήκωτη
μες στο κελί – το σπίτι·

ζεστή γυναίκα δυο παιδιά
και το φαΐ που βράζει

γύρω η μαυρίλα του χωριού
και των βουνών οι τοίχοι

ο ήλιος πέφτει να πνιγεί
βαθιά μέσα στο αίμα·

σαν αστραπή τότε περνάει
απ’ το μυαλό του η σκέψη

να σφάξει τη γυναίκα του
και τα παιδιά να πνίξει.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Μη σπέρνεις γύρω σου σκοτάδι, γίνε φως·
γι’ αυτούς που βλέπουν με τα μάτια σου το φως
και παίρνουν από σένα την ανάσα,
γι’ αυτούς που κάποτε θα γίνεις ίσκιος, μη –
μη θησαυρίζεις μαύρη νύχτα, γίνε φως,
κάνε να φαίνονται τα μάτια που αγαπούν,
να φέγγουνε στο νύχτωμα του κόσμου.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Ο Πάντα Μισώ κι ο Ποτέ Αγαπώ
Κυριακή αγκαζέ
Με μαύρα καπέλα, γενάκι, μια μπάλα
Πηγαίνουν στο πάρκο να πούνε «Allez!»
σε μαμάδες, παιδάκια, που κούνια-τραμπάλα

Ο Πάντα Μισώ μ’ ένα βλέμμα καρώ
Σαν μύγα κοιτάζει μωρό που όλο κλαίει.
Ο Ποτέ λέει: «Κοίτα. . . Εξατμίζω μωράκι
— και λέξη δεν λέει!»

Η μαμά πλησιάζει τον Πάντα ευθύς
και ρωτά «Κύριε, αχ, το παιδί μου πού είναι;»
Μα απάνω της αίφνης φαρδύς και πλατύς
πετιέται ο Ποτέ: «Η ψυχή σου αμήν. Ε;»

Όταν καθόλου μαμά και ούτ’ ένα παιδί
Δεν στέκει πια ορθό μες στο πάρκο εκείνο,
Βγάζει ο Πάντα τρανή μια φωνή:
«Πιάσε Ποτέ! Την μπάλα σου δίνω. . .»

(Και έριχνε ο ένας στον άλλον την μπάλα
για ώρα πολλή στο άδειο πάρκο εκείνο)

Μετά. Κουρασμένοι. Κινούν για να φύγουν.
Και en face στη βροχή, είπαν: «Πάντα, εσύ
πόσο πάντα μισείς. . . Τι και πώς;»
«Ποτέ, αφού πίσω δεν πας! Εσύ ποτέ αγαπάς. . .»

Γιατί ο Πάντα Μισώ κι ο Ποτέ Αγαπώ
Τις Κυριακές αγκαζέ: κι ό,τι δουν
και στο φως αναπνέει, το πνίγουν

(Μα Δευτέρα με Σάββατο αργούν.
Και κοιτάζουνε τότε στο σπίτι με τρόμο
Το χέρι αγάπης του ενός
στου άλλου τον ώμο)

Τριαντατρία, 2003

.

Ποια είν’ η νύχτα που γελά γιατί δεν σκοτεινιάζει
Ποια είν’ η πέτρα που κελαηδεί μαύρη σαν το φεγγάρι

Ποιο είν’ το ψάρι που πονά και δεν αναστενάζει
Ποιος είν’ ο Άραρος της Κελτικής κι ο ποταμός Αδάσπης

Είσαι η κόρη του καιρού, η μάννα του πατέρα
Το φιλητό του Χάροντα στην κεφαλή της τρέλλας.

Ποια μάννα γέννησε ποτέ χωρίς να ξεκορμίσει
Ποια σκέψη έγνεψε το φως χωρίς να κριματίσει

Είσαι το ρόδι του ροδιού, μήλο από μηλώνα
Είσαι ο κάμπος του Βορριά, καύτρα του λουτρικού μου

Είσαι το ρόδο που αηδόνισε μ’ ανθρώπινη φωνίτσα
Είσαι το όνομα και η φυλή, βαθυκυματοδρόμα ρίζα.

Τα Άκτα, 1996

.

Σαν φύλλο τριαντάφυλλου σέρνει το θάνατό του –
πένθη και λάθη και χαμένες συναντήσεις.
Ο ίδιος φταίει για όλα –ξέρει πια τον εαυτό του–
δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ’ τις αισθήσεις.

Τον έπνιξαν, τον βρώμισαν των άλλων τα σκουπίδια.
Δεν υπολόγισε, δεν είδε τις αιρέσεις·
πως λέει κάποιος: «Με τα ψεύδη και με τα στολίδια
ακόμη και να γκρεμιστείς, αρκεί ν’ αρέσεις».

Δεν άκουσε τι του ’λεγε μήτε η διαίσθησή του
και βγήκε παίζοντας μονάχος δύο ρόλους.
Με ανύποπτη την ερημιά σε τέτοιες παρορμήσεις
επόμενο ήταν να στραφεί στους μονολόγους.

Το νεκρό καφενείο, 1997

.

1.

Στον κάμπο πέρα
τα απλωμένα φέγγουν
ρούχα των παιδιών.

2.

Οι πεποιθήσεις
οι πιο ισχυρές γίναν
τερματοφύλακες.

3.

Οι ελαιώνες
όσο περνούν οι καιροί
ασημίζουνε.

4.

Κι αν ήταν νοτιάς
που θα μας έσωζε τι
το βοριαδάκι;

5.

Δεν ξέρω ποτέ
αν ξεκινώ ή μήπως
πίσω γυρίζω.

6.

Τυλίγομαι σε
μια από τις εκδοχές
να προσχωρήσω.

7.

Όπου κοιτάζω
βρέχει ξαφνικά όπου
ανασαίνω φυσά.

8.

Πόσες ορφάνιες
παθαίνουμε για ένα
γλυκό του βλέμμα.

9.

Περιμένοντας
το φως της χαραμάδας
ασάλευτη.

10.

Το τελευταίο
βλέμμα πριν την έκσταση
να προλάβαινα.

11.

Η οδύνη του
να μην είσαι ενώ θες
ποτέ πια παρών.

12.

Κρύβεται πάντα
το πιο βαθύ μαύρο στο
ήσυχο λευκό.

13.

Το σώμα μου δες
εξατμίζεται πάλι
νιφάδες χιονιού.

14.

Θ’ ανασύρω τα
βελούδα του έρωτα
πληγή της αγάπης.

15.

Βραδιάζει, τσέρκι
παίζουν στις γειτονιές με
φωτοστέφανα.

16.

Το κοιμισμένο
σώμα της σωσίβιο
νύχτας έγινε.

17.

Χρόνου μυστικά
περάσματα ποτέ δεν
ξαναμαρτυρώ.

.

Εμβόλιμον, τχ. 51-52, Άνοιξη 2005

.

Δάγκωσα ένα αρμυρό φυστίκι
και μού σπασε μπροστά ένα δόντι
—στίκι, στίκι, στίκι, στίκι—
τη μετρώ κι είν’ οκτώ πόντοι.

Πρωί βράδυ στο σχολείο
μού ρχεται να κάνω τσίσα
—λίο, λίο, λίο, λίο—
τους τα κοπανώ στα ίσα.

Όλη μέρα τιμωρία·
μ’ αφήσαν και στην ίδια τάξη
—ρία, ρία, ρία, ρία—
ναι, σιγά η ουρά μη στάξει.

Έχουνε απαγορεύσει
να μιλάω με κορίτσι
—ρεύση, ρεύση, ρεύση, ρεύση—
μην του κάνω πίτσι πίτσι.

Δε μ’ αρέσει κι η δασκάλα
με την μπλούζα που φοράει
—σκάλα, σκάλα, σκάλα, σκάλα—
την τσιμπώ και κάνει: «Άι».

Μου τραβά κι ένα σκαμπίλι
και μου λέει: «παρ’ το κουλό σου»
—ντίλι, ντίλι, ντίλι, ντίλι—
και της λέω, «Άει ξεκωλώσου».

Τότε γίνηκε το σώσε
κι η συντέλεια του κόσμου
—δώσε, δώσε, δώσε, δώσε—
μαύρος έγινε ο πωπός μου.

Πότε πια από τους δασκάλους
θα γλιτώσω πριν κρεπάρω
—κάλους, κάλους, κάλους, κάλους—
να την κάνω ό,τι γουστάρω;

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

‘Ηταν οι μέρες εκείνες
που λυσσάγαν oι μπασκίνες
και σου
ρχότανε ναυτία
όταν περνούσες τα Χαυτεία.

Κι εσύ!

Κρατώντας τον «Οδηγητή»
διάβηκες από μπρος μου
λουσμένη αρώματα Κοττύ
στην μπόχα του υποκόσμου.

Φώναζαν ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΧΙ
στα προποπρακτορεία
μα πέρναγες αγέρωχη
Κνιταρχοντοκυρία.

Κανένας δεν αγόραζε
δε δίναν σημασία
ήρθα και σ’ έπιασα αγκαζέ
και σου πα: «Έλα Τασία

πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
— αρχόντισσά μου και κερά —
μάζεψ’ τα μάνι-μάνι

πάμε τα δυο μας κορ-α-κορ
να κάνουμε επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη.

Κνίτισσα αρχοντοκνίτισσα
παλαιοημερολογήτισσα
να γίνουμε ένα εγώ κι εσύ
δόγμα και ανανέωση.

Θα το πατήσω το πεντάλ
μέχρι 90 και 100.
Διάβαζε εσύ τον Ρόζενταλ
για μένα η λίρα εκατό.

Πάμε σ’ ένα κρυφό κουτούκι
να φάμε πίτσα ή πεινιρλί
να μου κάνεις λούκι-λούκι
να σου δείξω ένα λιλί.

Θα κάνεις σου, θα κάνω μου
κι ό,τι άλλο θες ακόμα
κι απά στην ώρα του χαμού
θα σου φωνάξω: «Ένα είν’ το Κόμμα».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Για μιαν αρχιτεκτόνισσα
ένα τραγούδι ετόνισα
(να μη σ’ το πω να μη σ’ το πει
ανήκει στην ΠΙ Πι Σι Πί).

Γι’ άλλην εγώ δεν είχα νου.
Ήταν κόρη βιομήχανου
και τα χεν όλα μπόλικα
για προίκα δύο πολυκα­-

τοικίες κι αυτοκίνητα.
Κι έβριζε αγρίως την «Ουνιτά»
σαν όργανο προδοτικό
κι αρχιρεβιζιονιστικό.

(Κι αν τόλμαγες τη λέξιν ΕΣ
τα νύχια για καυγά έξυνες).

Δεν είχα τίποτα κοινό
με το Βιβλίο το Κόκκινο
μα έλιωνα απ’ τον έρωτα
— τον πόνο του άλλου αχ ποιος ρωτά.

Μια μέρα τ’ αποφάσισα
—λέω η ντροπή μισά-μισά—
να τη ζητήσω επίσημα
απ’ τον μπαμπά και τη μαμά.

Όπως οι γάτες που λυσσάν
μ’ άρπαξαν και με φίλησαν.
«Παρ’ την παιδί μας, σώσε μας
μη μείνει αυτή η ντροπή σε μας».

Το μαθε κι έγινε έξαλλη
(αλί, αλί και τρισαλί)
μ’ έβρισε αντιλενινιστή
κι από τη λύσσα είχε πρηστεί.

Προδότη μ’ είπε του λαού
κι εγώ της είπα: «Τούλα, ου,
σπεύδε, κι άκουσε να δεις
κι αν έχεις προίκα πέντε δις

εγώ σε παίρνω ολόγυμνη.
Τον έρωτα άκου πως υμνεί
κι ο Μάο κι ο γίγαντας ο Τσου
με τη γιγαντιαία τσουτσού».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Eγώ αγαπούσα πάντα την Ελένη
όμως αυτή δε μου ’κανε τη χάριν,
δεν αγαπούσε εμένα αλλά τον Λένιν
και μου ’σκισε όλα τα βιβλία του Μπουχάριν.

Καυγάδες όλη νύχτα για το Κόμμα,
για τον Στάλιν, τον Τρότσκι ή τον Γκράμσι.
Α! δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ ακόμα,
του έρωτά μας ήταν προφανής η κάμψη.

Εγώ να θέλω σεξ — και να το κάνει
λες από υποχρέωση σαν κότα,
να βιάζεται να σηκωθεί απ’ το ντιβάνι
να ξαναπιάσει το «Πρόγραμμα του Γκότα».

Δεν ήθελε παιδιά και babylino
μάθαινε ρωσικά μετά μανίας
μου ’χε κρεμάσει και στον τοίχο το Κρεμλίνο
και έβριζε το καθεστώς της Ρουμανίας.

Παιδιά, μακριά από γυναίκα οργανωμένη,
αντί για έρωτες σας περιμένουν τάφοι,
εκεί που λες πως την κρατάς γερά δεμένη
έρχεται και σ’ την παίρνει ένας Καντάφι.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Τω φίλω Μ. Αν.

Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση,
σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικούς πυρήνες,
στο τέλος πάθαμε χρόνια νικοτινίαση
κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες.

Μάθαμε απ’ όξω —βασικά— όλα τα προβλήματα
και την αναγκαιότητα της πάλης
και γίναμε τα δαχτυλοδειχτούμενα τα βλήματα
κρατώντας τον Μαρξ -Έγκελς υπό μάλης.

Μέρα τη μέρα θά ρχονταν η Επανάσταση
και περιμένοντας πέρασαν χρόνια
κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου: «άσ’ τα συ
πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια».

Πάντοτε ο καπιταλισμός βρίσκει περάσματα
και ξεπερνά τις δύσκολες τις κρίσεις.
Κι ένα πρωί: «Απαγορεύονται τα άσματα
και κοπιάστε στο τμήμα γι’ ανακρίσεις».

Τώρα να σπάσεις δεν μπορείς πια, σε χρωμάτισαν
και σ’ έχουν σαν τον ποντικό μέσα στη φάκα
και δεν ξεφεύγεις από του χαφιέ το μάτι σαν
συναναστρέφεσαι τον κάθ’ ένα μαλάκα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια,
σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,
δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια
δεν το χαμπάρισες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Ειρηνικέ αναγνώστη, φυσιολάτρη,
αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο
το λέω της μελαγχολίας μνημείο.
Άνθρωπε του καλού, άσ’ το στην άκρη.

Ρητορική αν δεν πήγες να σπουδάσεις
στου Σατανά το σκοτεινό σχολείο,
δε θα αντιληφθείς ούτε σημείο,
μπορεί και υστερικό να με ονομάσεις.

Αν, δίχως να χαθείς στη γοητεία,
την άβυσσο κοιτάζεις με ηρεμία,
έλα και διάβασε κι αγάπησέ με –

παράξενη ψυχή, που αναστενάζεις
και στον παράδεισο ψάχνεις να φτάσεις,
λυπήσου με!… Αλλιώς, σε καταριέμαι!

Τα άνθη του κακού – Τα απαγορευμένα ποιήματα, 2009