.

Στον Νάνο Βαλαωρίτη

Ένας καιρός λυπητερός την πίκρα μου ακορντίζει,
μαυρίζει ο θόλος τ’ ουρανού και κλαίει βούβα η βροχή.
Η εποχή που μου ’λεγες ότι ο καιρός γυρίζει
πασχίζει νά ’ρθει γρήγορα κι όλο δε λέει να ’ρθεί.

Μ’ ανασκαλεύει ένας καημος που σέρνει αλετροπόδι
—το ξόδι απ’ τον Παράδεισο ακόμα μας πονεί—
μονή κραυγή στον λάρυγγα, αγχόνη και σπαθί,
χαμοζωή που σκόρπισε σαν το σπασμένο ρόδι.

Πάνω στη στέγη ο αρχάγγελος και δέρνει τις φτερούγες.
Οι δούγες παρασκέβρωσαν και φεύγει το κρασί.
Μα συ αν ακόμ’ ακροκρατείς μαχαίρι στο δεξί
μαζί θα τον παλαίψουμε το θάνατο στις ρούγες.


Αμειψισπορά, 1996