.

Δεν το ξεχνώ το πανδοχείο εκείνο
Τον ξενοδόχο που χαμογελούσε
με το ένα μάτι πάντοτε κλεισμένο
σα να ’χε βρει του αινίγματος τη λύση
Την καμαριέρα με το μαύρο δόντι
που διέσχιζε τους έρημους διαδρόμους
κρατώντας πάντα μια σβησμένη λάμπα
λες κ’ είχε κάτι να μας φανερώσει
Το θάλαμο    τα δώδεκα κρεβάτια
–γύρω βαλίτσες
μπόγοι
πατερίτσες
κι η μυρωδιά παντού του σάπιου χόρτου–
Ν’ ακούγεται βροχή    να κάνει κρύο
να χώνεσαι στα βρώμικα σεντόνια
να βγάζει ο διπλανός το πρόσωπό του
μέσ’ από τις κουβέρτες και να λέει
Καλά να σκεπαστείς να μη κρυώσεις
νύχτα θα καβατζάρομε το κάστρο
μπάζει φαρμάκι από τις χαραμάδες

Υπήρξε, 1999