.

Ι.

Και νά ’ναι ώρα θεριεμένης μοναξιάς, ν’ αντιπαλεύεις
………μόνιμο σκοτάδι.
Στα δάση· με τις αρκούδες συντροφιά· βράδυ βροχής

………που ακούς φωνές απ’ το πηγάδι.
Κι αν είχες πίστη άλλοτε που έσερνε βουνά,
τώρα κανείς και τίποτα κοντά σου. Απ’ τη φωλιά σου

………αγναντεύεις χαμηλά

τα αναμμένα φώτα. Ότι σε κύκλωσαν
ωσεί κύνες πολλοί.

Κι η επαρχία σου τρυφερό κορμί
με νόημα φονικού.


ΙΙ.

Τη μέρα που σ’ αρνήθηκαν τον γυρισμό στην πόλη
και βρέθηκες το δειλινό σ’ απόγκρεμο γιαλό
αγρίμι, σύσκοτο θεριό στων Ελαιών το δάσος
να λές δικές σου προσευχές κοιτώντας τα βουνά

νοσταλγώντας με πάθος τα βουνά, τα δύσβατα ρουμάνια

εσύ ο ληστής, ο τετρωμένος αγάπης.

.

Επέτειος, 2008

.
Σου γράφω από το δειλινό
κι απ’ το λινό σεντόνι·
τεντώνει πάλι ο τένοντας
στο χέρι το λιγνό.

Αντίκρυ η θάλασσα θολή
και χοληδόχος κύστη·
η πίστη δίνει πίστωση
στην ώρα τη δειλή.

Προδότης λόγος αφαιρεί
το ρήμα από τη ρήση
κι η βρύση δεν ανάβρυσε
με δανεικό κλειδί.

Αμειψισπορά, 1996

.

Περπατούσες μόνη, λυγερή,
στης λεπτής βροχής τη νοσταλγία.
Υγρασία κρύα, νοσηρή,
κι έμπαινες, αέρινη κι αβρή,
στης θλιμμένης άχνας τη μαγεία.

Γύρω σου, τα πρόσωπα, θολά,
μάκραιναν, σκιές παραπατάνε.
Η βροχή, μονότονα κυλά,
μαργαρίτες πίκρας ξεφυλλά,
κι η καρδιά, πιστά σ’ ακολουθάνε.

Μιά μελαγχολία γελαστή
έζωνε του δρόμου τη γαλήνη,
κι έτρεμα, μην τάχα κι ακουστεί
τ’ άρρυθμό μου βήμα, και σκιστεί,
η γλυκιά των θρύλων ευφροσύνη.

Όρθρισες γλαυκή φεγγοβολή,
μέσα μου, κι ορθάνοιξες τα φρένα·
σύνθετο μου φάνταξες βιολί,
της ευδίας φως ανθοβολεί
στα τραυματισμένα περασμένα.

M’ άξαφνα, γοργή, σιωπηλή,
χάθηκες στο γύρισμα του δρόμου.
Και ρωτιέμαι: μήπως η τρελή
σ’ έπλασε καρδιά μου, στην αχλύ,
ζωντανό να βλέπω τ’ όνειρό μου;

Κι από τότε, νιώθω στην ψυχή
κάτι σα χαρά και σαν οδύνη.
Υγρασία, μούδιασμα, βροχή.
Είμαι μοναχός μου. Μοναχή
πέρασες κι εσύ, σκιά, που σβήνει.

Σκιαμαχία, 1989

.

Εκεί που άλλοτε κυλούσε ο Ιλισός
εκάθισα και έκλαψα, μισός

αιχμάλωτος, μισός ερωτευμένος,
κι ανέβαινε στα χείλη μου ο αίνος.

Κάποια πατρίδα θα ’φερα στο νου,
ν’ ανθίζει στα μετόχια τ’ ουρανού,

με θάλασσες πιο μέσα κι ακρογιάλια
κι ολόφωτα τις νύχτες μανουάλια·

καλή πατρίδα, κι ήσουνα κι εσύ
χρισμένη και σε τύλιγαν κισσοί

και θερινά φεγγάρια· τον ψαλμό
τον ένιωσα σαν κόμπο στο λαιμό,

που λύθηκε στα χείλη μου κι εχάθη
στις όχθες του Ιλισού, στου μπαρ τα βάθη.

.

Και κοίταξα τριγύρω τους θαμώνες·
υπέρυθροι σαν ίσκιοι στους λειμώνες

του κάτω κόσμου, ρύθμιζαν τα χείλη,
και άλλοι σιωπηλοί, σαν να ’ταν φίλοι·

άλλοι εξοφλούσαν κάποιο καταπότι
και άλλοι –οι πιο πολλοί– τον Ισκαριώτη.

Και συ, πού ήσουνα, ποιον εξοφλούσες,
ποιο φως ανομολόγητο κι αργούσες;

ποιο κοίτασμα σε πήρε, ποια πατρίδα
σε τύλιγε σε βράχο και χλωρίδα;

Αργά, καθώς ξημέρωνε, κι ο αίνος
ολόφυρτος ανέβαινε, πνιγμένος,

στην Καλλιρόης, σαν παλιός διδάχος,
εκάθισα και έκλαψα μονάχος.

Αισθηματική αγωγή, 1993

.

Στον Νάνο Βαλαωρίτη

Ένας καιρός λυπητερός την πίκρα μου ακορντίζει,
μαυρίζει ο θόλος τ’ ουρανού και κλαίει βούβα η βροχή.
Η εποχή που μου ’λεγες ότι ο καιρός γυρίζει
πασχίζει νά ’ρθει γρήγορα κι όλο δε λέει να ’ρθεί.

Μ’ ανασκαλεύει ένας καημος που σέρνει αλετροπόδι
—το ξόδι απ’ τον Παράδεισο ακόμα μας πονεί—
μονή κραυγή στον λάρυγγα, αγχόνη και σπαθί,
χαμοζωή που σκόρπισε σαν το σπασμένο ρόδι.

Πάνω στη στέγη ο αρχάγγελος και δέρνει τις φτερούγες.
Οι δούγες παρασκέβρωσαν και φεύγει το κρασί.
Μα συ αν ακόμ’ ακροκρατείς μαχαίρι στο δεξί
μαζί θα τον παλαίψουμε το θάνατο στις ρούγες.


Αμειψισπορά, 1996

.

Μόνοι και όψιμοι. Ξένοι της Γης.
Και άρα τ’ Ουρανού πιο ξένοι ακόμα.
Οι έσχατοι μιας κάποτε Φυλής,
με κάποιο γήρας σε ψυχή και σώμα.
Άντρες, γυναίκες, βρέφη και παιδιά
γέρικο σπέρμα, μήτρα κουρασμένη
μας γέννησε, μας έσπρωξε μπροστά·
θνησιγενείς· νεκροί και κολασμένοι.

Εμείς παντού. Και σαν εμάς κανείς.
Ιδού, σκεβρό το σώμα σου, Εσπερία·
δεν βάρυνε έτσι και ποτέ ουδείς
απ’ την Ανάγκη κι απ’ την Ιστορία.
Μαραίνεται το Δέντρο της Ζωής·
ας προκαλεί κι ας θάλλει το άλλο Δέντρο·
στέρεψε η πίστη· η γνώση, δεν αρκείς
και δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κέντρο.

Μας έφθειρε η λαγνεία τα κορμιά,
ξεστράτισε μικρόψυχη η σκέψη,
η βούληση απ’ το αίμα δεν βαστά,
Θεός δεν είναι για να μας πιστέψει.
Κι ωστόσο μες στην πλάνη αληθείς·
περήφανοι· κανείς για να μας κρίνει.
Πάντα εμείς· παιδιά της ταραχής
δεν θα υποκριθούμε τη γαλήνη.

Ας πέσουμε όπως πέφτουμε λοιπόν.
Μια ώρα πριν το τέλος, και τη ζούμε.
Εκεί που όλα εκλείπουν το παρόν
εγγράφουμε στο μέλλον πριν σβηστούμε.
Βυθίζεται μια ήπειρος εδώ·
ο άνθρωπος που γίναμε τελειώνει
με στεναγμό, λυγμό και με σπασμό,
με έρημο, με θειάφι και μ’ αφιόνι.

Φοράμε των αιμάτων τη δορά.
Τα πρόσωπα γυμνώνονται απ’ το δέρμα
του ανθρώπου κι ανωφέλευτη η Τορά –
τελειώσαμε πριν φτάσουμε στο τέρμα.
Πυκνώνουμε στην πράξη τη στερνή
τώρα που ηχεί λόγος κενός το «Θεέ μου»
το αίμα πλέον του αίματος καλεί –
πράξη υπάτη η πράξη του Πολέμου.

Δεν θα υπάρξει Μνήμη για εμάς
που απ’ τη Μνήμη έχουμε βαρύνει,
σπεύδουν τα πάντα, σπεύδουν προς δυσμάς
μες στον καταποτήρα και στη δίνη.
Ήρθε ο καιρός που η ζωή δεν ζει.
Δόξα καμιά. Μόνο η στιγμή. Και φτάνει.
Η Αθανασία πέθανε κι αυτή.
Εμάς – κι ο Θάνατός μας θα πεθάνει.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2010

.

Ο έρωτας, λοιπόν, μας εξισώνει
απόλυτα, σαν να ’μαστε φαντάροι,
μονάχα προς τα πάνω, προς τη χάρη
του κόσμου που δεν πλάστηκε με σκόνη.

Μα όταν των μαλλιών σου την περόνη
θα βγάλεις, σαν ιππότης που ’χει πάρει
απ’ το φιλί σου ξίφος και δοξάρι
κλίνω μπροστά στη γύμνια σου το γόνυ.

Το ξέρω πως συχνά η προδοσία
σαρώνει ό,τι τίμησε ο Πετράρχης,
σαν να περνούν στρατιές απ’ την Ασία·

μα βλέπω, μες στα μάτια σου μονάρχης,
σε βάθος παραδείσου την αγχόνη
και σ’ αγαπώ μ’ αυτό που με σκοτώνει.

Αισθηματική αγωγή, 1993

.

Μηδία Περσία Παρθία Βακτριανή.
Από τότενες έλεγα: η Φυσική; μικροψυχία!
– στο φαρμακείο της ύλης ουρά κι αναμονή.
Αλεξάνδρεια Σελεύκεια κι Αντιόχεια
Λαγίδες είτε Σελευκίδες όλοι στου μηδέν τα βρόχια.

Ερυθρογράφος, 1988

.

Μνήμη Γιώργου Χειμωνά

Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια –μαύρη φλόγα–
πως η ζωή χαρίζεται χωρίς ν’ ανατραπεί.
Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια
τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή.

Πενθούσες με τους Έρωτες σα να ’σουν μεθυσμένος
γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς.
Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος
μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς.

Τί ζήλεψες τί τα ’θελες τα ένδοξα Παρίσια.
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές.
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές.

Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής.
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής.


δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης, 2002

.

.

Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
σαν από πλήκτρα τ’ ουρανού ν’ άκουσε τρίλιες,

και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες –σ’ ένα βύθισμα– καντρίλιες.

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να ’χει φύγει και τη χάρη.

Μέρες αργίας, 1995

.

ΣΙΦΝΟΣ ’80

Γαλάζια και τεφρή κι ασβεστοφωτισμένη·
ίδια του άνυπνου νερού και του μονήρη βράχου.

Οι απολαύσεις, 1981

.

U-K.T.: 1979-1980

Άστρο μου είσαι μοναχό
τ’ είν’ δυνατό το φως σου.

Οι απολαύσεις, 1981

.

ΜΗ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Του Γ.Κ.
με τα θερινά κασκόλ

– Μη επιμένεις τζίτζικα, δε θα σε πω αηδόνι!

Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΕΩΣ

Χρώματα – στόματα αδηφάγα
έντρομα – έντομα ρουφούν.

Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

38° ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ

Στον φρυγμένο κάμπο
σκυθρωπός ο Λίβας
έδειξε ένα δέντρο.

Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Έχοντας πάθη
έκανα λάθη . . .
Τώρα λανθάνω απαθής
ξένε
στο χώμα που πατείς.


Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

στον Δημήτρη Ραυτόπουλο

Πολλοί χειρίζονται με χάρη τη γραφίδα
άλλος στυλό μολύβι μαρκαδόρο
πέννα χρυσή μελάνι μπλε κι ύστερα κόκκινο:
……..   ….οι πλέον άγριοι κι ενίοτε αιμοδιψείς
(γιατί υπάρχουνε και τέτοιοι στο χώρο της ποιήσεως)

Πάνω σε κόλες καντριγιέ οι ολιγότεροι
χαρτιά γραφής θαμπά ή υποκίτριν’
………………………………………………………  ………απ’ το χρόνο
(όσο τον ζουν ή διαισθάνονται τον πόνο).

Λευκά ολόλαμπρα δίχως ψεγάδι
οι ευτυχείς που ξέρουν τις αλήθειες και το ψέμα
μιλούν αργά –με σταθερό το βλέμμα–
(στις κάμερες μπροστά του Άδη)

Και κάποιοι λίγοι που σκορπίζουν τ’ όνειρό τους
στα macintosh πασχίζουνε ταξίδια
έτη φωτός ακολουθεί το βάσανό τους
(ραντίζοντας με στίχους τα σκουπίδια)

Υπέρ ηρώων, 1998

.

Αισθητηριακή απομόνωση άπνοια
έκοψα εντός μου με ξυράφι τα ποτάμια

Έσωσα την ψυχή μου – ποιο το νόημα
τι να το κάνω το ξερό ετούτο θρόισμα

Κόλαση; δεν πιστεύω την· δεν είναι
κι ούτε φλογοβολάει τα σωθικά μου

Αποκομμένη απ’ το πανάρχαιο κρίμα
δε μας σκοτώνει δε μας σώζει η αμαρτία

Χαμένη πια η ενότητα του πάθους
θάνατος και ηδονή ξέχωρα υπάρχουν

Σε σώζουν βατραχάνθρωποι, Οφηλία
Μαργαρίτα Γκωτιέ, βατεύου εν υγεία

Κανείς κανείς κανείς καθώς μαδάει
η καρδιά μου και χάνεται στα χάη

Άλλη είναι η μοναξιά σου άλλη η δικιά μου
κι αχ, δε βρέχει στην πόλη όπως κλαίει στην καρδιά μου

Δάκρυα φιλιά στου κρεβατιού την πλώρη
αγάπη μου, για πού τραβάμε ονειροπλόοι

Φρενίτιδα γυναίκα απελπισμένη
για μας τι πια σημαίνει η λίμνη Τρασιμένη

Μη λογαριάζεις τι ήμουν τι δεν ήμουν
δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου

Μόνον διά της λύπης, 2006

.

Θέλω να πω τα μάτια σου. Σωπαίνω.
Πώς την ηδύτητα να πεις, πώς την αρμύρα,
αν τύχει και συγκατοικούν. Μαθαίνω
απ’ την αρχή τη θάλασσα, απ’ την αρχή την πύρα.

Θέλω να πω τα χέρια σου. Μ’ αγγίζουν
και λες πεζεύει ο χάροντας, λες ξαναρχίζει ο χρόνος.
Τα δόντια σου θέλω να πω. Με ορίζουν
με κόβουν και μ’ αλέθουνε. Με ακεραιώνει ο πόνος.

Τα χείλη σου θέλω να πω. Πώς νεύουν,
πώς με καλούν, πώς με ζωγρούν, πώς περιέχουν
το φόβο, πώς τον έρωτα τελούν, πώς θαλασσεύουν.
Ό,τι κι αν πω, τα λόγια σου λέω, που με κατέχουν.

Στον έρωτα τα χέρια μας πληθαίνουν
τα μάτια γίνονται ουρανός αστερωμένος
το σώμα σύμπαν που διαστέλλεται αενάως
και κόσμος γίνεται του άθλιου νου το χάος
Βαραίνουνε στον έρωτα οι λέξεις κι ομορφαίνουν
Κι ο πόθος πάντοτε σκιρτά σαν πτόρθος διψασμένος.

Ρήματα, 2009

.

Λέξη στου λεξικού κρυμμένη τις σελίδες,
πες κοιμωμένη, πες από το χρόνο ηττημένη
αφού αλλάζουν και τα πάθη σύνταξη και τρόπο.
Τυχαία καθήλωσε το μάτι, άλλα ζητούσε,
η λέξη-έρμαιο, τυχαία ξεκλείδωσε τη σκέψη.
Κάποιος πολύ που πόνεσε την έπλασε, ποιος άλλος,
κάποιος που σάλο διένυσε και βγήκε συντριμμένος
και τα συντρίμμια σύναξε να ξαναρμόσει κόσμο.
Κι έφτιαξε λέξη όμορφη, και δύσκολη, και πλήρη,
μέσα να κλείσει τον καημό και να τον φυλακίσει,
μέσα κι ο ίδιος να κλειστεί για να ’χει να γκρεμίσει,
για να ξανάβγει όπυο φως, όπου καημός κι αγάπη,
πάλι να λάβει, να δοθεί, να ξοδευτεί, ν’ ανοίξει,
πάλι το φόβο να γευτεί, το σπαραγμό να ζήσει.
πάλι η χαρά να του δοθεί θάλασσα αγριεμένη,
δίχως λιμάνι πουθενά, δίχως σκαριά σωσίβια.
Λέξη σαν λήμμα ουδέτερο στο λεξικό χαμένο,
σάμπως δεν είναι μάχαιρα η κάθε συλλαβή της,
σάμπως δεν είναι πυρκαγιά το κάθε της το γράμμα,
φωτιά που καίει και καταλεί, φωτιά που αποτεφρώνει.
Καρδιοπονόθλιβος λοιπόν. Λέξη τυχαία, σβησμένη,
που πάλι παίρνει τη φωνή, και τρέμει και τρομάζει.
πάλι τον κόσμο ζωγραφεί, πλήρη και συντριμμένο.
Εφτά καρφιά οι συλλαβές, εφτά γλυκά φαρμάκια.
Καρδιοπονόθλιβος – αυτό. Ποιον τάχα; Ποιον ορίζουν
τα γράμματα κι οι συλλαβές, ηχώντας και σιωπώντας;
Ποιος άλλος απ’ τον έρωτα στον πόνο νόημα δίνει,
τον χρόνο τον περιγελά κι ας μοιάζει ηττημένος;
Ποιο λεξικό ασφαλέστερο, πιο πλούσιο απ’ το σώμα,
όταν φιλάει και φλέγεται, φιλιέται σπαρταράει;
Ποιος λόγος πιο αιματηρός από το σ’ αγαπάω;
ποιον καρδιοπονόθλιβο άλλον να ιστορήσεις
παρά τον που συντρίβει
…………………………………………….καρδιά
……………………………………………………………κορμί
…………………………………………………………………………
και λογισμό;

Ρήματα, 2009

.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας, πειράζουνε, πονάνε,
στο πρώτο χάδι ευθύς γελούν, κι ευθύς ξανά πεισμώνουν,
βιάζονται όλα να τα πουν, μπερδεύονται, αγαπάνε,
σωπαίνουν, γίνονται κραυγή, κρύβονται, φανερώνουν.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας, και ξέρουν ν’ ανταρτεύουν,
ξέρουν το δάκρυ να το πουν, το γέλιο να το γράψουν.
Πρόθυμοι αμνοί θυσιάζονται, θεριά όταν ιμερεύουν,
όλο τον κόσμο ουρανό ποθούνε να τον βάψουν.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας. Σώματα που λυγίζουν,
και πολεμούν, εγείρονται, φτερώνονται, πετάνε.
Σκιάζονται, ονειρεύονται, σμίγουνε και χωρίζουν,
ψυχούλες που τους δόθηκε πάντοτε να διψάνε.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας. Μπρος τους λευκός ο χρόνος,
ένα χαρτί για να γραφτεί, πανί για να φουσκώσει,
να βγει ταξίδι όπου η χαρά, ταξίδι όπου ο πόνος.
Η τρικυμία τον έρωτα μπορεί  να ιερώσει.

Ρήματα, 2009

.

Τον έρωτα σε λέξη μια πώς να τον καταφέρω,
πάντως πιο ταιριαστός μου φαίνεται ο σεβντάς,
όχι σεκλέτι ή ντέρτι. Αγρίως υποφέρω
μα στην αγάπη δεν χωράει «ταν ή επί τας».
Δεν είναι δίλημμα η αγάπη, είναι σπαραγμός,
κι όταν μιλιέται κι όταν άρρητα πονάει.
Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός,
κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει όπως ξεσπάει.
Σεβντάς λοιπόν, λαχτάρα που αγριεύει,
και ρήματα σοφίζεται και μουσική
όταν με το κενό και την απόσταση παλεύει,
κι ας ξέρει πως αγιάτρευτη η πληγή.
Νταλκάς, σεβντάς, και ντέρτι και σεκλέτι
– α, γλώσσα ωραία, πλούσια η ελληνική.
Γλώσσα του έρωτα του κόσμου όλες οι γλώσσες
– κι όλες μαζί λαβαίνουν νόημα απ’ τη σιωπή.

Ρήματα, 2009

.

Τώρα μαθαίνω πως η λύπη
γράφεται μ’ έψιλον και γιώτα.
Λείπεις – κι όλος ο κόσμος λείπει.
Λείπεις και νύχτωσαν τα φώτα.

Φωνή που ξεμακραίνει, τρέμει
φωνή ίδια βουνό ένα κλάμα.
Σαν δίχως νήμα μια ανέμη
σαν θαύμα που γυρνάει σε τραύμα.

Φωνή φαρμάκι, και το πίνω
όλο πουλί μου, να γλυκάνεις.
Το νου και το κορμί τα σβήνω,
μόνον εσύ μη μου πικράνεις.

Ακούω πιο βαθιά απ’ τη φωνή σου.
Νιώθω το βλέμμα της σιωπής σου σπαραγμένο.
Αξιώθηκα στιγμούλα της στιγμής σου.
Δώρο πιο τίμιο δεν έχω να προσμένω.

Ρήματα, 2009

.

«Αν πράγματι με θες, θα μ’ έχεις.»

1

Κρυφό μου σώμα
τα μυστικά σου μόνος
εγώ τα ξέρω.

2

Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.

3

Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.

4

Κάπου στ’ όνειρο
σ’ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.

5

Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.

6

Πάνω στ’ αμόνι
μενεξές το σίδερο
του μπαλκονιού της.

7

Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.

8

Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.

9

Κούμαρο μέλι
κι ο κότσυφας άπληστος
ο κερομύτης.

10

Όταν κοιτάζει
στου πηγαδιού το βάθος
βλέπει τον τράγο.

11

Δες! Δυο κουνούπια
στο καψούλι της βόμπας
κάνουν έρωτα.

12

Πέθαινα λέει
και πάνω στο σώμα μου
έφεγγε η αυλή.

13

Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.

14

Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.

15

Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.

16

Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.

17

Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.

18

Θάλασσα χλωμή.
Με την ψόφια ουρά της
παίζουν τα παιδιά.

19

Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.

20

Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.

21

Στον Ν.Δ.Τ.

Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.

22

Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;

23

Νεκρός κι ο Έκτωρ.
Τρομάζει τον Όμηρο
η αναίρεσή του.

24

Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.

25

Ώχου κι απόψε
δε γλιτώνεις το ξύλο
Καραγκιόζη μου.

26

Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;

27

Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ’ναι αλήθεια;

28

Γελάει ο λύκος.
Κάτι τού ψιθύρισε
στ’ αυτί το αρνάκι.

29

Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;

30

Φτωχό κόκαλο
στην άμμο της ερήμου
με τόσο ύφος.

31

Το ένα σου μάτι
στο ποίημα· και τ’ άλλο
να σε δικάζει.

32

Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.

33

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

Τριαντατρία χαϊκού, 1990

.

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ’να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες στα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του αιρ κοντίσιον μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

Το κούρεμα, 1989