Ζω σ’ ένα σπίτι με συγκάτοικο ένα φίδι:
την μοναξιά – λες κι είμαι ανθρώπινο σκουπίδι.
Το φως πότε έρχεται και πότε είναι κομμένο.
Τρέχει απ’ την βρύση μου νερό σκουληκιασμένο.

Ζω σ’ ένα σπίτι σαν καλύβα ενός φυλάρχου
της Αφρικής, που αχυρανθρώποι το ’χουν φκιάσει.
Οι Ποιητές κάδρα γινήκαν του δημάρχου –
να ’πεφτε ένα το κεφάλι να του σπάσει!

Ζω σ’ ένα σπίτι με κακούς ιδιοκτήτες,
που με νομίζουν σαν τα μούτρα τους, οι αλήτες!
Έχουν δυο κόρες: την Ψευτιά και την Απάτη.
Κι εγώ δυο γιους: το Πείσμα μου και το Γινάτι.

Ζω σ’ ένα σπίτι με παράθυρα μεγάλα.
Κι έτσι εισβάλλουν από εκείθε στην ζωή μου
αυτοί που έρχονται κρατώντας μια κουτάλα
μεσ’ απ’ το πιάτο για να κλέψουν το φαΐ μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι σκέτο αχούρι, σκέτη φρίκη,
που κάθε μήνα προσαυξάνεται το νοίκι,
μα η στέγη μπάζει από παντού, βρέχει δεν βρέχει,
κι όλο πληρώνω παροχές που δεν παρέχει.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’ναι κατεδαφιστέο
κι υποστυλώνεται μονάχα απ’ την ψυχή μου.
Σκόνη κι απάσβεστα που πέφτουν αναπνέω
καθώς ραγίζει σαν κολόνα η αντοχή μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’χει κύμα γύρα γύρα.
Σεισμοί, λοιμοί, κατακλυσμοί – πανάρχαια μοίρα
το περιζώνει από παντού. Με τρυφεράδα
σκύβω, φιλώ το μαύρο χάλι σου… Λευκάδα!

dimsol.blogspot.com, 2009