***

Χαμένος είμαι, σαν το αγρίμι στο κυνήγι.
Κάπου είναι και άνθρωποι και φως και ελευθερία.
Τα χουγιαχτά των κυνηγών μού φέρνουν ρίγη
·
για μένα δεν υπάρχει διέξοδος καμμία.

Μια λίμνη· κι ένα δάσος σκοτεινό· κι ακόμη
ενός ελάτου το κορμί – που ’χει πεθάνει.
Από παντού για ’μέ είναι πια κομμένοι οι δρόμοι.
Ό,τι κι αν γίνει ας γίνει. Το ίδιο εμέ μου κάνει.

Ποιό νά ’κανα κακό; Τί μού ’χουνε προσάψει;
Φονιάς, κακούργος νά ’μαι, αλήθεια; Ή ρεμάλι;
Τον κόσμον όλο από χαρά έκαμα να κλάψει
για της πατρίδας μου τα παινεμένα κάλλη.

Κι ενώ στου τάφου μου το στόμα ήδη έχω σκύψει,
πιστεύω δεν αργεί ο καιρός της νηνεμίας,
του δε Καλού το πνεύμα θά ’ρθει να συντρίψει
της χυδαιότητας τη βία – και της κακίας.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010