.
Πηδάλιο μηχανής κοπέλα
φάσμα οδού περαστικό
το κράνος προστατεύει απ’ το κακό
όμως η σέλα

στους αναβάτες της επιφυλάσσει
της πτώσεως αιφνίδιο συμβάν
οι φίλοι κοιμωμένη θα σε παν
θα έχουν χάσει

της ιππασίας σου την υπό προθεσμία αύρα
ανυποψίαστη καθώς κρατούσες το τιμόνι
θρηνούν μια μηχανόβια ανεμώνη
με γκάζια μαύρα.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

.

(Στιχούργημα για να γραφεί στον ανδριάντα
ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου του πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους
…… και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα
……
παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη
…… την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια·
…… γυρεύω μιαν εικόνα. . .

Στη γέννησή μου σχεδόν μισάνθρωπος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν απάνθρωπος.

Ανασκαφή, 1984

.

Οι δυο ψυχές μας σαν σταθούν αντικριστά
όρθιες, σιωπηλές, και πιο κοντά πλησιάσουν
ολοένα, ώσπου στα φτερά τους να ξεσπάσουν
φλόγες, η γη ποιά πίκρα να μας δώσει πια

μπορεί, ώστε η καρδιά μας να μη λαχταρά
να μείνει εδώ; Για σκέψου.  Άν μας ανεβάσουν
οι άγγελοι ψηλά, θα θέλουν να ταιριάσουν
του έρωτά μας τη βαθειά τη σιγαλιά

σε τέλειου τραγουδιού τη χρυσαφένια σφαίρα.
Κάλλιο για μας, Αγαπημένε, ας ξημερώνει
εδώ, που των ανθρώπων οι διαθέσεις πέρα

τα πνεύματα σπρώχνουν τ’ αγνά. Θα βρούμε μόνη
μια άκρη στη γη ν’ αγαπηθούμε για μια μέρα,
με του θανάτου τη σκιά να την κυκλώνει.

Πορτογαλικά  σονέτα και άλλα ποιήματα, 2007

.

Εύα Υβέτ Ήβη και Λευκή
όνειρα ονείρου μου στη γη
καρπός κιτριάς κλαδί μυρτιάς
φύλλα ιτιάς και φοινικιάς
γυρίζατε κύκλο τη γραφή
με τα κεριά σας αναμμένα
Ήταν Σιμχά Τορά ήταν γιορτή
Λευκοί καπνοί είχαν υψωθεί
λείψανα μάτια ρημαγμένα
Γραφή και σύμβολα οι ναοί
στοιχειά που στοίχειωναν κι εμένα

Κυκλώνιο, 2009

.

Θυμάσαι, φίλε, φοιτητές στη Σαλονίκη,
τότε που κρύβαμε τον ήλιο στις ματιές
εσύ την Άννα αγκαλιά κι εγώ τη Νίκη
στο ταβερνάκι στις Σαράντα Εκκλησιές
εκεί που πίναμε κρασί απ’ τις καρδιές.

Τα μεσημέρια σαν ερχόταν Κυριακή
στο Καυτανζόγλειο να δούμε Ηρακλή
κι ύστερα πρέφα δυο δεκάρες το καπίκι
χόρευαν τ’ άστρα λες και γιόρταζαν τη νίκη
γελούσε η Άννα, γελούσε η Νίκη.

Θυμάσαι, φίλε, μια βραδιά στη Σαλονίκη
με το πτυχίο ξεκινήσαμε γι’ αλλού
πώς ’ξαργυρώσαμε την Άννα και τη Νίκη
σ’ ένα ταμείο κάποιου μέλλοντος θολού
μη με ρωτάς το ’χω ξεχάσει προ πολλού.

Τώρα στρωμένοι στο ψητό της Κυριακής
ούτε ρωτάμε πόσο ήρθε ο Ηρακλής
για τουρισμό μονάχα στη Θεσσαλονίκη
για μια επείγουσα δουλειά – για κάποια δίκη
καημένη Άννα, καημένη Νίκη.

Η νύχτα στο πιάνο, 1995

.

Έλα και πάλι απ’ την αρχή ας ξανααγαπηθούμε
ας βρούμε αυτό που μας πονάει βαθιά και μας δονεί
ας ξαναζήσουμε μαζί όλη την ηδονή
τον τρόμο και την έκσταση που μια ζωή ποθούμε.

Έτσι, ως πρωτόγονοι, άπληστα στα μάτια ας κοιταχθούμε
με αλαλαγμούς βαρβαρικούς χαμένους στη σιωπή
ας πούμε αυτό που βιάζεται ο πόθος μας να πει
κι από τη νέα μας επαφή ας ξαναγεννηθούμε.

Τα σώματά μας να χυθούν στην άγρια προσταγή
πέρα από τα όρια που η γη μας δίνει, ν’ απλωθούμε,
να πλανηθούμε στο άπειρο μια δίδυμη κραυγή.

Κι απ’ τη μανία στην άκρατη ευδαιμονία να μπούμε
προς ένα χρόνον άχρονον, σε μια άναρχη κραυγή
πριν από το χθες κι απ’ το αύριο μετά: ας ξανααγαπηθούμε.

Μανδραγόρας, τχ. 37, Νοέμβριος 2007

.

Σωστά· λοιπόν, η λύσσα αυτή ας κοπάσει
κι η ματαιοδοξία μας η μεγάλη,
γιατί μπορεί να ονειρευτούμε πάλι·
κι αλήθεια, στην παράξενη αυτή πλάση,
μόνο όνειρο είναι η ζωή. Κι η πείρα
μού έδειξε πως ζούμε στ’ όνειρό μας
ό,τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας,
ώσπου ν’ αφυπνιστούμε από τη μοίρα.
Σ’ όνειρο ο βασιλιάς έχει την πλάνη
ότι διατάζει, ορίζει, βασιλεύει,
αλλά οι ιαχές, τα ζήτω που μαζεύει,
δανεικά είναι· ο θάνατος τα κάνει
στάχτες και τα σκορπίζει στον αέρα.
Ποιος θα
θελε άραγε να κυβερνήσει
ξέροντας ότι πρέπει να ξυπνήσει
σ’ ένα όνειρο θανάτου κάποια μέρα;
Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το
δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις “ημέρες”, μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

.
Γριά κυρα-Λισάβετ θα σε πάω στη Μηχανιώνα
τσίλικο τ’ αμάξι και κρασάκι όπως σ’ αρέσει
μην πονάς θα βρούμε στο φεγγάρι κάποια θέση –
κάντρο των μελλοντικών αντικέρ στον κουφόν αιώνα!

Θα ναι εκεί η Μαρία με τον Σταύρο και τον Τόλη
ούτε γάτα ούτε ζημιά ήσυχα στο περιγιάλι
μοναχά μια νύχτα μακρινά τα φώτα κι η βαβούρα ζάλη –
στο αδειανό κεφάλι μας κολλημένο ένα πιστόλι.

Ζωντανοί νεκροί το χάραμα για τη Σαλονίκη πίσω
μελαγχολικό τραγούδι απ’ τα παλιά λησμονημένο
τα Ντεπώ και τα Κουλέ Καφέ με αεράκι ξένο
και σημερινό –τι λες;– λέω πάλι ν’ αγαπήσω. . .

Στον ίσκιο της γης, 1986

.

Μες στου έρωτα τις φλόγες τις ραγδαίες
φοβόσουν ο ουρανός μην απρεπή πει
και βύθιζες στο διάβα σου τις γαίες
στο στέρνο σου φωλιάζαν μύριοι ίπποι.

Τα γυάλινα θεριά και οι κεραίες
γίνονταν για τα πόδια σου λατύπη
και πλήγιαζαν οι γάμπες σου οι ωραίες
χείμαρρος απ’ το κάθε καρδιοχτύπι.

Ως πρίγκιπας μικρός πώς να σε πείσω;
Μπέρτα γλασέ και χάρτινη κορώνα
σαν πούπουλο σε χνώτου σου κυκλώνα

με άσπρο γερανό τρέχω ξωπίσω
(στο κόασμά μου άκου το μαράζι)
να δω αν το γοβάκι σου ταιριάζει.

περ. Τα τετράδια του Ελπήνορα, 2009

.

Στην ποίηση ντρεπόμαστε τη γύμνια,
γιατί ξεγυμνωθήκαμε απ’ τον όφι
άπαξ και διά παντός. Γίνανε γνόφοι
οι ξαστεριές και βέβηλα τα τίμια.

Κατασπαράζουμε έννοιες σαν αγρίμια.
Στο βάθος στέκουν λόφοι κι άλλοι λόφοι,
ενώ στη φαντασία φιλοσοφι-
κα μπλέκει η αρχοντιά με την ταπείνια

Στην ποίηση σφραγίζουμε φακέλους,
να τους κληρονομήσουν οι απογόνοι
κι αφού τους απαλλάξουν απ’ τη σκόνη,

να τους θαρρούν σταλμένους απ’ αγγέλους.
Μα σαν ιχνοπατούσαμε το χιόνι,
δεν ήμασταν Ποιητές, αλλά δαιμόνοι.

περ. Τα τετράδια του Ελπήνορα, 2009

.

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σ’ αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δε σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σ’ ενοχλεί

Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
και κορμί που νεκρούς ανασταίνει

Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μου προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια

Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα !
–η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια–
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
τρέχει η μύτη. . .  σου πιάνω το χέρι
σ’ αγαπώ και γι’ αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι. . .

stixakias.wordpress.com, 2007

Για τα γραμμένα χείλια σου, τα χιλιoαγαπημένα,
αν γράψω χίλια δίστιχα, φιλί μού δίνεις ένα;

Ράγες το κάθε δίστιχο, που πάνω τους περνάει
ένα βαγόνι με φιλιά στα χείλη σου να πάει.

Όλα τα χείλη ασπρόμαυρα τα βλέπω, και σε μια σου
φωτογραφία ασπρόμαυρη, έγχρωμα τα δικά σου.

Μπροστά σε χείλη πορφυρά, δόντια μαργαριτάρι,
σαν φωτεινό μηδενικό φαίνεται το φεγγάρι.

Κάνει η καρδιά ανακομιδή σε λείψανα ερώτων
και χείλη που δεν φίλησα υπερτερούν των πρώτων.

Λίμνη των αναστεναγμών τα χείλη σου έχουν γίνει,
να πνίγεται η ηδονή σαν την Κυρά Φροσύνη.

Φτεράκια γλάρων στον γιαλό το χιόνι μοιάζει να ‘ναι
ή στον γιαλό κρύων χειλιών οι ελπίδες μου μαδάνε;

Σαν των πνιγμένων ναυτικών τούς σκελετούς κουνιούνται
τα χείλη σου, μες στον βυθό του ονείρου όταν φιλιούνται.

Επίκληση στον σατανά την νύχτα αυτή θα κάνω:
φέρε τα χείλη της, θα πω, είναι η ψυχή μου επάνω.

Περισπωμένη του φιλιού τ’ αχείλι σου το πάνω,
το κάτω ένα ύψιλον, σε ύψος που δεν φτάνω.

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

1000dis.blogspot.com

Που να ‘ναι, πέστε μου, σε ποιά χώρα,
η Αλκιβιάδα, που είν’ η Θαΐς,
οι δυο ξαδέρφες, που να ‘ναι η Φλώρα
της Ρώμης το άνθος της κραταιής;
Κι η Ηχώ που αν κάποιος μιλά γροικιέται
πάνω από λίμνες κι από βουνά,
πεντάμορφη όσο ο νους δε λογιέται;
Μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Που ‘ν’ η Ελοΐζ η σοφή που εγίνη
γι’ αυτήν καστράτος, στο Σαιν Ντενί
μετά καλόγερος, μες σ’ οδύνη
ο Αβελάρδος ζώντας τρανή;
Που ειν’ η βασίλισσα Ιωάννα
που σε σακί έριξε μ’ απονιά
τον Μπουριντάν μες στον Σηκουάνα;
Μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Και η κρινάτη η Λευκή που ελάλει,
η ρήγισσα, όμοια Σειρήνα, λεν,
κι η Βεατρίκη, κι η Βέρθα πάλι,
κι η Αλίς, κι η Αρεμβουργίς του Μαίν,
και η Ιωάννα από τη Λωρραίνη
που κάψαν οι Άγγλοι, η αντρεία η νιά·
Παρθένα Δέσποινα ευλογημένη,
μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Μες στη βδομάδα μη με ρωτάτε,
πρίγκηψ, που να ‘ναι, ούτε στή χρονιά·
το στίχο ακούστε μου, αν αγαπάτε:
μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, 2010

Της Ειρήνης Λαμνάτου

Ποιητές παλιοί που ακούσαμε,
ανάξιοι της αγάπης σας τελείως
δεν είμαστε, ίσως. Ναι. Ακούστε μας.
Δίχως Θεό, μα ο άνθρωπος πιο θείος.

Ποιητές παλιοί, το μερτικό μας είχαμε
κι εμείς στις δυστυχίες και στη φτώχεια.
Τ’ αρχαία φάσγανα μάς έσφαξαν,
μας έπνιξαν καινούργια βρόχια.

Ποιητές παλιοί, στα πάθη σας
τα πάθη μας προσθέσαμε – και πόσα.
Ματώσαμε. Λυγίσαμε. Πεθάναμε.
Κι όμως κρατήσαμε. Κρατήσαμε τη Γλώσσα.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2010

– Για πες μου μούτσε, το λοιπόν, θαλασσινός κι ο γέρος;
– Ψαράς. Θαλασσοπνίχτηκε, πολύ καιρό χαμένος.
Όλο ξενοκοιμότανε και πάντα σ’ άλλο μέρος,
Ώσπου μια μέρα βρέθηκε στα βράχια ξαπλωμένος.

Η μάνα μου τον έκλαιγε σ’ ένα νεκροταφείο
Μπροστά σε τάφο αδειανό χωρίς νεκρού κουφάρι…
Μοναδικό της στήριγμα στ’ αδέλφια μου τα δύο,
Έμεινα ‘γώ να πνίγομαι για των μικρών τη χάρη.

– Τίποτα δεν ξεβράστηκε ποτέ στην παραλία;
– Μόνο δυο ξυλοπάπουτσα κι αν έχει σημασία,
Ένα κουτί, που έμπαινε της πίπας ο καπνός.

Τώρα τον κλαίει η μάνα μου, τις Κυριακές στο μνήμα
Έτσι να ξεκουράζεται. Εγώ κοιτώ το κύμα
Και θέλω μεγαλώνοντας να γίνω ναυτικός.

Ακτή των Νεκρών

Άνθρωποι της θάλασσας,  2009

Σήμερα μίλησα στον Κύριο Γενικό
και εκείνος μου έκανε ένα πατ πατ στην πλάτη
κι αυτό το έκρινα πολύ ευγενικό
και από τότε η ζωή μου είναι γεμάτη

Του χαμογέλασα υπερήφανα, ζεστά
κι έγειρα λίγο προς τα κάτω το κεφάλι
-κάθε υφιστάμενος πρέπει να φέρεται σωστά-
Κι ο Γενικός για ανταμοιβή πατ πατ και πάλι

Μου απηύθυνε το λόγο. Ειλικρινά!
Ο Κύριος Γενικός! Φαντάσου! Εμένα!
κι ένοιωσα πως γεννήθηκα ξανά
αμέσως, όλα τα προβλήματα λυμένα

Γύρισα πίσω στο γραφείο με ένα δέος!
Ένα πατ πατ είναι αρκετό όλα να αλλάξουν
Ένα πατ πατ κι από το τίποτα σπουδαίος
Από τη ζήλια τους οι άλλοι θα λυσσάξουν

Πόσο υπέροχος ο άνθρωπος αυτός!
Να! Κάτι τέτοιοι μοναχά βλέπουν σε μένα
ότι δεν είμαι ένας υπάλληλος απλός
και τα πατ πατ  γι αυτή την πλάτη είναι φτιαγμένα

Τι κι αν δεν παίρνω ένα ευρώ υπερωρία;
Πείτε ό,τι θέλετε το ξέρω πως ζηλεύετε
γιατί είμαι πρότυπο εγώ στην εταιρεία
κι ο Γενικός, μόνο εμένα εκμεταλλεύεται

stixakias.wordpress.com, 2007

Ζω σ’ ένα σπίτι με συγκάτοικο ένα φίδι:
την μοναξιά – λες κι είμαι ανθρώπινο σκουπίδι.
Το φως πότε έρχεται και πότε είναι κομμένο.
Τρέχει απ’ την βρύση μου νερό σκουληκιασμένο.

Ζω σ’ ένα σπίτι σαν καλύβα ενός φυλάρχου
της Αφρικής, που αχυρανθρώποι το ’χουν φκιάσει.
Οι Ποιητές κάδρα γινήκαν του δημάρχου –
να ’πεφτε ένα το κεφάλι να του σπάσει!

Ζω σ’ ένα σπίτι με κακούς ιδιοκτήτες,
που με νομίζουν σαν τα μούτρα τους, οι αλήτες!
Έχουν δυο κόρες: την Ψευτιά και την Απάτη.
Κι εγώ δυο γιους: το Πείσμα μου και το Γινάτι.

Ζω σ’ ένα σπίτι με παράθυρα μεγάλα.
Κι έτσι εισβάλλουν από εκείθε στην ζωή μου
αυτοί που έρχονται κρατώντας μια κουτάλα
μεσ’ απ’ το πιάτο για να κλέψουν το φαΐ μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι σκέτο αχούρι, σκέτη φρίκη,
που κάθε μήνα προσαυξάνεται το νοίκι,
μα η στέγη μπάζει από παντού, βρέχει δεν βρέχει,
κι όλο πληρώνω παροχές που δεν παρέχει.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’ναι κατεδαφιστέο
κι υποστυλώνεται μονάχα απ’ την ψυχή μου.
Σκόνη κι απάσβεστα που πέφτουν αναπνέω
καθώς ραγίζει σαν κολόνα η αντοχή μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’χει κύμα γύρα γύρα.
Σεισμοί, λοιμοί, κατακλυσμοί – πανάρχαια μοίρα
το περιζώνει από παντού. Με τρυφεράδα
σκύβω, φιλώ το μαύρο χάλι σου… Λευκάδα!

dimsol.blogspot.com, 2009

***

Χαμένος είμαι, σαν το αγρίμι στο κυνήγι.
Κάπου είναι και άνθρωποι και φως και ελευθερία.
Τα χουγιαχτά των κυνηγών μού φέρνουν ρίγη
·
για μένα δεν υπάρχει διέξοδος καμμία.

Μια λίμνη· κι ένα δάσος σκοτεινό· κι ακόμη
ενός ελάτου το κορμί – που ’χει πεθάνει.
Από παντού για ’μέ είναι πια κομμένοι οι δρόμοι.
Ό,τι κι αν γίνει ας γίνει. Το ίδιο εμέ μου κάνει.

Ποιό νά ’κανα κακό; Τί μού ’χουνε προσάψει;
Φονιάς, κακούργος νά ’μαι, αλήθεια; Ή ρεμάλι;
Τον κόσμον όλο από χαρά έκαμα να κλάψει
για της πατρίδας μου τα παινεμένα κάλλη.

Κι ενώ στου τάφου μου το στόμα ήδη έχω σκύψει,
πιστεύω δεν αργεί ο καιρός της νηνεμίας,
του δε Καλού το πνεύμα θά ’ρθει να συντρίψει
της χυδαιότητας τη βία – και της κακίας.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

Μαύρα πουλιά παγιδευμένα
στα χρυσά δίχτυα των ονείρων
μέσα στον κήπο που για μένα
ξεθύμανε το άγιο του μύρο
και το τραγούδι των ωρών
για τον φευγάτο τον καιρό.

Της νύχτας πέφτει το μετάξι
μες στ’ αλαφρο
ΐ
σκιωτα δωμάτια
το νέο κορίτσι έχει νυστάξει
και τ’ άστρα του ‘κλεισαν τα μάτια
κι ήρθανε τα όνειρα κοπάδι
για να στοιχειώσουν το σκοτάδι.

Κι είν’ όλα αυτά ένα παραμύθι
κανείς δεν ξέρει πώς τελειώνει
– με το κουκί με το ρεβίθι –
το τερερίζει το τριζόνι
μέσα στο σπίτι το κλειστό
που στ’ όνειρό μου αποζητώ.

Τα ποιήματα, 2002 (1997)

Σε ρώτησα τι θέλεις να σου στείλω
κι είπες: «Τίποτα… Ή, αχ ναι, λίγο πεπόνι.»
Την ώρα που σε θέριζαν οι πόνοι,
θυμόσουν το μικρό δαρμένο σκύλο;

Ας μ’ αφήνανε (λίγο!…) να εξοκείλω
(χωρίς να με απειλούν βιασμοί και φόνοι)
πάνω στη χλόη – που με παραμορφώνει
σαν το είδωλό μου σε κάτοπτρο κοίλο.

Πώς ήταν όλα κάποτε μαγεία!
τρεχαντήρια, λαμπτήρες βολφραμίου,
κι οι ανθρώποι, κάτου στον Αερολιμένα,

που, αντίς για πρόσωπα, είχαν εκμαγεία
πριν πέντε δεκαετίες ξεσηκωμένα
από ήρωες του Πρώτου Παγκοσμίου.

In modo misto genuino, 2005