Ξυπνούν, κι έχει η σκέψις ωριμάσει:
Δεν πίνουν από σήμερα σταγόνα.
Έχει πια το στομάχι τους χαλάσει,
τους τρέμουνε τα χέρια και το γόνα.

Απήυδησαν στα μπαρ να τριγυρνάνε,
ν’ αγγίζουν το φαΐ ως άλλοι Μίδες,
να πίνουνε κι οι νύχτες να περνάνε
πολλές μαζί, σαν άκοπες σελίδες.

Νηφάλιοι θα σκύβουν στο τραπέζι,
της τέχνης να ξανάβρουν το κολάι.
Στα τζάμια, της αυγής το φως θα παίζει,
θ’ αχνίζει ο διπλός καφές στο πλάι…

Θωπεύουν το μπουκάλι και το κλείνουν.
Του χρόνου, ίσως τ’ανοίξουν κάποιο βράδυ.
Θα πρέπει πότε-πότε να ξεδίνουν
(καθώς η Περσεφόνη από τον Άδη).

Ήρεμοι κι εγκρατείς, νομοθετούνε
ότι δεν είναι, μ’ όλα τούτα, λάθος
λίγο κρασί στο δείπνο τους να πιούνε,
πως θα μεθύσουν βέβαιοι κατά βάθος.

Ελλειπτική, 1998