.

Ο Φορτίνο Σαμάνο
καπνίζει και σκέφτεται:
Είμαι ό,τι δεν έζησα,
είμαι η βροχή που θα
ρθει
να δροσίσει άγνωστων
γυναικών το κορμί.
Βράδυ, στα κρεβάτια τους,
θα στενάζουν ξαναμμένες:
«Ποιος Σαμάνος έφερε
τούτη τη βροχή;»

Ο στρατιώτης με τ’ όπλο
σημαδεύει και σκέφτεται:
«Με μια κίνηση απλή
θα του κλέψω ό,τι έχει ζήσει.
Είμ’ ένας μικρός θεός,
είμ’ ένα στοιχειό.
Πάνω από το αίμα του,
αύριο εδώ, την ίδια ώρα,
ερπετά θα σέρνονται,
όπως κάνω κι εγώ».

Το τελευταίο τσιγάρο
κι εκείνο σκέφτεται:
«Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ
σε παιδιά που ξεφαντώνουν.
Ο καιρός θα χάνεται
ώσπου κάποιο απ’ αυτά
θα φωνάξει «λιμπερτά».
Κι όπως θα κοιτάει τις κάνες
θα βρεθώ στα χείλη του
σαν τσιγάρο ξανά».

Ο Σαμάνος, 2008