ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ, Νουμηνία

04.02.2010

.

Ω νύχτα της μεγάλης νουμηνίας !
Τα μαρμαρένια σκαλοπάτια βγάζαν
σ’ απέραντους διαδρόμους, όπου πόρτες
ανοίγαν σε δωμάτια με καθρέφτες
αντανακλώντας κήπους από πεύκα
και την ισιακή σιγή των άστρων.
Εσύ στο στέρνο σταύρωνες τα χέρια
και στη σκιερή σαγήνη βυθιζόσουν –
ενώ πλωτή κι η κλίνη σαρκοφάγος
στα σκοτεινά νερά κυλούσε του ύπνου –
πριν σε ξεβράσει στη γενέθλια πόλη
παράξενα αλλαγμένη. Στις οδούς της
ο σεληνιακός φυσούσε αγέρας
σαρώνοντας τα φύλλα από τις λεύκες,
καθώς ταλαντευόνταν οι σκιές τους
αργά στους τοίχους πέτρινων μεγάρων.
Δεν ήταν μήτε βράδυ μήτε μέρα :
Μια λάμψη επάργυρη έραινε τα πάντα
με μυριάδες θραύσματα μαρμάρου.
Στην ορφική εισερχόσουν πολιτεία,
μια πολιτεία νεκρωμένων δρόμων
που δείχναν σε μεγάλες προκυμαίες,
μια πολιτεία που πίσω απ’ τα εργοστάσια
ορθώνεται η νεκρόπολη των Μύρων
και πέρα από τεφρές υψικαμίνους
οι πέτρινες αψίδες της Παλμύρας.
Μα ξάφνου κάποια εξαίσια μελωδία
κατεύθυνε άσφαλτα τα βήματά σου
από στενά με σπίτια ραγισμένα
σε μια περίεργη λιτανεία – κι είδες
λευκοντυμένους γέροντες κρατώντας
εμβλήματα πανάρχαια όπως όφεις
χρυσούς, ριπίδια, χέρια φιλντισένια,
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες,
λαό πιστών κραδαίνοντας τα σείστρα
και της Θεάς την αστρική τιάρα.
Εκεί θαρρείς πως πέρασε μπροστά σου
του βασιλέα Ευήνορος η κόρη –
προτού χαθεί και πάλι μες το πλήθος
κι εσύ την ψάξεις έπειτα σε δρόμους
πιο σκολιούς κι από τη μνήμη, δρόμους
που ανυποψίαστα σ’ οδηγήσαν στ’ άδειο
προαύλιο του πρώτου σου σχολείου
–μες τις λευκές τις αίθουσες η θλίψη
σαν σιωπηλή βροχή συνέχεια πέφτει–
Αμέσως βρέθηκες κατόπιν σ’ άλσος
παράκτιο πλάι στις όχθες της Αόρνου,
στο μυστηριώδες άλσος της Εκάτης.
Πελώριες λεύκες θρόιζαν τριγύρω
λουσμένες ωκεάνιο σεληνόφως
και κάτω απ’ το βαθύσκιο φλοίσβισμά τους
περιπλανιόταν η άυλη Ευρυδίκη.
Μα από το οργανικό σκοτάδι ξάφνου,
απ’ την ενδόμυχη πηγή βαθιά σου
αρχίσαν να αναβλύζουν δάκρυα, δάκρυα –
απ’ όλες τις απώλειες και τους νόστους
αποσταγμένος θρήνος, δάκρυα, δάκρυα –
το διάλυμα όλης της ζωής σου, δάκρυα :
η Ευρυδίκη στ’ άλση της Εκάτης –
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες –
η σιωπηλή στεγνή βροχή της θλίψης –
μεγάλες τσιμεντένιες προκυμαίες –
πελώριες λεύκες, δρόμοι νεκρωμένοι,
τιάρες αστρικές, ριπίδια, σείστρα, –
η σαρκοφάγος της ενύπνιας κλίνης –
σεντόνια σε λευκά γυμνά δωμάτια –
παράθυρα ανοιχτά στα πευκοδάση
και της αυγής οι ρόδινες ανταύγειες
κι η μέρα που εξατμίζει πια τα δάκρυα
της νύχτας της μεγάλης νουμηνίας.

Νουμηνία, 2008

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s