.

Το βόιδι, που δεν νόγαε να λαλεί βοϊδίσα,
ορέχτηκε να μάθει της Κανταβρυγίας
τη γλώσσα και της Οξφόρδης. Γι’ αυτό με λύσσα
επέπεσε στο ρητορεύειν, και Γοργίας

καινούργιος θε να πρόβελνε στων Βρετανών τα
εδάφη, που σοφιστευμένα θα εμουγκάνα
the English tongue. Πλην, φευ, ούτε και από σπόντα
δεν τού ’βγαινε το oxonian spirit. Σα μαγκάνα

το στόμα του κομμάτιαζε τις λέξεις, όταν
πηγαίναν να προβάρουνε αγγλικές εμβάδες
και ρομπ ντε σαμπρ στου Μπέρμπερις. Και ξαμολιόταν
σαν άντρας μυλωνούς με τους πραματευτάδες,

κι εγέλαε σύμπας ο ντουνιάς με το βιδέλο
που δεν εμίλαε ούτε καν σαν όρθιο βόδι
τα βόιδικα, μα εγούσταρε με το έτσι θέλω
να εκβρετανίζει όσα είχε εντός του ερεβώδη

ρευτεί.  ( Κι ενώ τα στοιχειώδη δεν κατέχει
της μητρικής του γλώσσας data, αχ, ανέγνιο
βαδίζει στο αγγλικό κενό και δεν απέχει
ούτε ίντσα ώς να γενεί όλων των βοδιών το μπαίγνιο. )

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2009

.

Θα πάρεις ένα γράμμα μου απ’ τις ώρες
κύκλους στην καμπή του μέλιτος χρόνου
μες σ’ ένα φύλλο συκής δύο μπόρες
τ’ Άι Συμιού το πέρασμα του Κρόνου.

Μη φοβηθείς που θα ρθω πισώπλατα
μ’ ένα καλοκαίρι καρφί στην κοιλιά
φοβού τον Έρωτα που πάει μονόπαντα
τα ξάρτια που κόβονται χωρίς μιλιά.

Τους πόθους σου κοίτα σε άλλη διάσταση
τις εκδοχές του αδύνατου πλαταίνουν
φορούν τις μάσκες για την παράσταση

στους καιρούς ενδίδοντας ολισθαίνουν
μικρά λόγια που μες στο φόβο αγρυπνούν
γιά δες !  υπνοβάτες εικόνες ξυπνούν.

Σαλευθήτω η γλώσσα, 2007

.

στους φίλους των παιδικών χρόνων

Σ’ ένα ταξίδι μνήμης συναντώ
μικρό παιδί να παίζω στην αυλή μου
σε δύο καρέκλες τον μπερντέ τοποθετώ
μ’ ένα κερί φωτίζω τη φωνή μου.

Καθώς φιγούρες έχω για σκιές
κάτι αυτοσχέδια μικρά καραγκιοζάκια
και ενώ αλλάζω εγγαστρίμυθες φωνές
η αυλή γεμίζει μυρωδιές και παλαμάκια.

Και εκεί ανάμεσα σε λήθη και ζωή
ξερά καλάμια για τον χάρτινο αετό μου
κόλλα από αλεύρι και η ουρά του πλουμιστή
καλούμπα αμόλα για να πιάσω τ’ όνειρό μου.

Κλείνω τα μάτια και αρχίζω να μετρώ
τρέχουν οι μνήμες στις κρυψώνες να κρυφτούνε
φτού σου και βγαίνω, θα έρθω να σας βρω
μ’ ένα κρυφτό παιγνίδι να τα πούμε.

Στο χωματόδρομο με βλέπω ξαφνικά
σειρά ν’ απλώνω τα πολύχρωμα γυαλένια
μπαζ και παράμπαζο να βγάζω στα τυφλά
σημάδι, απόσταση, «πόσα έχω κερδισμένα;»

Τις Κυριακές συχνά, μετά το φαγητό
ρεσάλτο κάνω με το τσούρμο στην αλάνα
με ένα μπακότερμα αρχίζω τον χορό
το πρώτο γκολ χαρίζω σε μια Άννα.

Κι όταν σουρούπωνε καθόμουν στα σκαλιά
σε λίγο η μάνα θα με φώναζε να φάω
ονειρευόμουνα με μάτια ανοιχτά
στον φεγγαρόδρομο με γέλια να τσουλάω.

…………………………………………………………

Χρόνια ενήλικα κι αυτά με προσπερνούν
κάπου θυμάμαι είχα κρύψει τ’ όνειρό μου
τώρα φοβάμαι μην το πάρουν σαν το βρουν
ακόμ’ ανέμελα να παίζει στο μυαλό μου.

blog.sofiakolotourou.gr, 2010

.

Ζώο της μιας ημέρας, μιας στιγμής
στο απροσμέτρητο άπλωμα του χρόνου,
ο δίχως γνώση, δίχως πίστη, ευτελής
σκόνη των άστρων, παρανάλωμα του πόνου,
το τίποτα που ευθαρσώς φωνάζει «Εγώ»,
η σάρκα που στενάζει και σαπίζει,
ο αρσενικός που θέλει πάντα θηλυκό,
στ’ αρσενικά τα άλλα που γρυλίζει,
αυτά που όσο πληθαίνουν με διαιρούν,
της Ιστορίας λεγεώνες συνιστώσες,
τα προστιθέμενα που όλο με αφαιρούν
κι οι ερμηνείες όλες και οι γλώσσες,

Κόσμε πολύ, ας είμαι λίγος, δεν μου αρκείς·
όσο ματώνω, θ’ αναβλύζει Εκείνος
και να σιγήσεις, να εξαλείψεις δεν μπορείς
το Μεταφυσικό που είμαι Κτήνος.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

.

.Οι μοίρες λησμονούν τα κρίματά μου,
στον ύπνο ακουμπούν μέρες οδύνης,
τροφή μες στο βυθό της λησμοσύνης,
να κολυμπά νεκρό στα σωθικά μου

αγέννητο παιδί μέσα στά μύρτα
ψήγματα φωτεινής ζωής αλέθει,
όνειρο μυστικό στο κενό γνέθει,
κρατάει το κουτί, καίει τα σπίρτα.

Δεν είναι ο ρυθμός κι η παρωδία
στιγμή του τραγουδιού αφανισμένη
της σκοτεινής πλευράς θρυμματισμένη

όψη και της ζωής ανούσια πόζα.
Είναι του σπαραγμού μοιραία πρόζα
της άκληρης ζωής παραμυθία.

Στεφάνι, 1993

.

Είναι καιρός που η Μούσα μου κάτι έχει πάθει.
Δεν κάθεται στα γόνατά μου γελαστή.
Βαριέται, μου καταλογίζει λάθη
ασυγχώρητα, εμένα που από το σινάφι
με είχε τον πιο θερμό εραστή.

Αυτή που πριν χάιδευε τα μαλλιά μου
με μυρωμένα δάχτυλα, μου μιλά
με ήχους που δεν θυμίζουν μελωδία πιάνου
– καρφώνονται σαν βέλη Ινδιάνων
εκεί που κάποτε άφηναν τριαντάφυλλα.

Αισθάνομαι πως κάποιες την έχουν ζαλίσει
με σχόλια κάθε άλλο παρά λυρικά
–μισόλογα για μένα– που την έχουν πείσει
πως θα ’ταν για τους δυο μας μια λύση
να πάψει να με βλέπει ερωτικά

– να συναντιόμαστε σαν δυο καλοί φίλοι,
αγαπημένοι, με κοινά ενδιαφέροντα,
λεπτά ( πάνω απ’ το άρρεν και το θήλυ ),
μιλώντας για το πνεύμα, όχι την ύλη,
και, κάποτε, για τον έρωτα.

Νιώθω πως δεν θ’ αργήσει να με ξεχάσει,
ότι σε λίγο θα μου τα κόψει κι αυτά,
αφού έχει αρχίσει να με λέει Θανάση,
αυτή που ώς τώρα μου είχε πλάσει
τα πιο τρυφερά υποκοριστικά.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Θα ’ναι μια κρύα νύχτα ( αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα ).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.

Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλο για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο-όσο.

τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι ( ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω ) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.

Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Αν και είναι βέβαια θλιβερό
όταν τελειώνει μια αγάπη,
είναι και μια ανακούφιση :
ανάμικτη με τη θλίψη
είναι –βαθιά– η πεποίθηση
πως τελικά δεν θα σου λείψει.

Πάντα υπάρχει κάτι σχετικό
που χρυσώνει το χάπι :
ένα ωραίο γεύμα, κάποιοι στίχοι,
μια βάρκα ή ένα κότερο.
Και με λίγη τύχη
βρίσκεις κάτι σχετικότερο :

δυο λεπτά, διψασμένα
γόνατα, μια καυτή φωνή
κι ένα στήθος που αφήνεται.
Ο έρωτας τί είναι τελικά ;
Ένα επιδόρπιο που γίνεται
συνήθως με τα ίδια υλικά.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Ω, να πεθαίναμε σαν τα πουλιά
που δεν αφήνουν πτώμα.
Μόνο ένα πούπουλο στην αντηλιά
να κατεβαίνει αργά, χωρίς
ποτέ να φτάνει στο χώμα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Η θέα είναι υπέροχη από τα πενήντα.
Τα βλέπεις όλα μέσα από άλλα σύννεφα,
κόκκινα, ροζ, μαβί ( αρκεί να μην τα
μπερδέψεις με γαρύφαλλα και κρίνα
όπως εκείνοι που σκέπτονται ασύνετα ).

Λίγο πιο πάνω αρχίζουν τα σκότη
που χύνει κρουνηδόν η Χίμαιρα,
καθώς ο γύπας σκαλίζει το συκώτι
κι αισθάνεσαι επιτέλους ότι
χωνεύονται τα αιώνια με τα εφήμερα.

Με συναρπάζουν ετούτα τα ύψη,
όπου τίποτε δεν φαίνεται αδύνατο,
σαν κάποιο χέρι να έχει εξαλείψει
τον γκρίζο βράχο, κι όπου η θλίψη
μοσχοβολάει σαν μήλο αγίνωτο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Σαν μετανάστης ήρθε στην Ελλάδα,
της βίας και της εξαθλίωσης θύμα,
την τύχη του ν’ αλλάξει τη ρημάδα
κι έπιασε δουλειά τον πρώτο μήνα.

Βοηθός ενός ψαρά σ’ ένα καΐκι,
δέκα ευρώ και μια γωνία στη βάρκα,
για να κοιμάται κι έτσι γλίτωσε το νοίκι,
ή μάλλον γλίτωσε τη διαμονή στα πάρκα.

Μια νύχτα μες στη βάρκα αναπολούσε
τ’ αδέρφια, τους γονείς, τη κοπελιά του

« Θε μου να ναι καλά » παρακαλούσε
με την πνιγμένη στους λυγμούς μιλιά του.

Σκέφτηκε ένα γράμμα να τους στείλει
μα τι να πει; Πως είναι τώρα πια
παρέα του οι γάτες και οι σκύλοι
και πως κανείς δεν του δειξε ανθρωπιά ;

Μια μέρα στο παζάρι στην πλατεία,
που περπατούσε ανάμεσα στον όχλο,
ένας φασίστας χωριανός, χωρίς αιτία,
του κόλλησε κρυφά στη πλάτη όπλο.

Του ψιθυρίζει « έλα σκουπίδι ακολούθα »
τον πάει σ’ ερημιά μακριά απ’ το πλήθος
κι αφού του λέει να βγάλει όλα τα ρούχα,
μια σφαίρα τού φυτεύει μες στο στήθος.

Και ξεψυχώντας, κάπως σαν ταινία,
περνάει η ζωή στα μάτια του εμπρ
ός·
κι εκεί καταλαβαίνει, τι ειρωνεία !
Σ’ όλη του τη ζωή ήταν νεκρός.

Διάνθισμα, 2009


Στον Ηλία Ελευθερουδάκη

Μας είδες όλους πόσο είμαστε μικροί.
Ζούσαμε εκεί, υπηρετώντας μιαν ιδέα.
Με την αρρώστια εκάναμε παρέα
και με γυναίκες σε ώρα των πικρή.

Φορούσαμε άσπρες μπλούζες, σαν αγγέλοι
και περγελούσαμε το παν και το Θεό.
Καθένας έβλεπε στον άλλο έναν εχθρό
και φίλο μόνο αν είχαμε οφέλη.

Οι αδερφές ( οι σπλαχνικές ) μορφές κοινές.
Η Διευθύνουσα, μια ανόητη φαντασμένη.
Όλοι οι γιατροί ηθικά υστερημένοι
κι ο Διευθυντής, νευράκια και σκηνές.

Είμαστε θεοπρόβλητοι και “μύσται” μα κακοί.
Mικροί-μεγάλοι ένα παράξενο κοπάδι.
Καμία ακτίνα στης Ψυχής μας το σκοτάδι,
κανένα φως στο Μαιευτήριο-Φυλακή.

Αναδευόμαστε το ημερονύχτι με βρωμιές,
με τα αίματα της γυναίκας, που γεννούσε.
Κάθε μαθήτρια σαν βαριόταν, βλαστημούσε
τις αργοπορημένες τις νυχτερινές.

Οι συνδεσμοπηξίες, ο ρυθμός της διαστολής,
οι Wertheim, οι αποξέσεις – τι οδύνες !
Άρχιζε ο πρώτος ύπνος με μορφίνες
κι έφτανε ο τελευταίος με διαρκείς.

Δίχως νόημα, δίχως κανένανε σκοπό,
σπλάχνα κόβαμε και ράβαμε. Ιστορίες
με τους στρεπτόκοκκους, τις αιμορραγίες
και τη βλακεία μας είχαμε όλο τον καιρό.

Και μια βραδιά, σ’ ένα κρεβάτι σηπτικό
ξεψύχησε η φτωχούλα η χαρά μας.
Α ! Πως εζάρωσε από τότε η καρδιά μας,
και πόσο έγινε το ΜΜΗ πληχτικό . . .

Την άλλη μέρα, δίχως άργητα πολλή,
αποχαιρέτησες Ηλία, με ειρωνεία
την ειδικότητα, το σκυλολόι, την αγωνία
και την προοπτική για τη ζωή μας, τη θολή.

Κάποια απασχόληση θα υπήρχε και για Σε.
Θάνατο οι καλυπτρίδες Σου δεν σκέπουν.
Τα μάτια Σου μόνο μικρόβια βλέπουν,
τ’ αντιδραστήρια μετρώνται με cc.

Aίμα στα δάχτυλά Σου δεν θωρείς,
οι πόνοι πια δεν φτάνουν ώς τ’ αυτιά Σου.
Απλώνεις στα γυαλιά τα χρώματά Σου
κι οι αδερφές είν’ υπηρέτριες της στιγμής.

Δεν θα ρθει πια ο Διευθυντής, ούτε η Ροδέα
να Σου ριχτούν με υστερικούς παροξυσμούς.
Χαίρεσαι τους δικούς σου λογισμούς
και παλιοτόμαρα δεν θα
χεις για παρέα.

Α ! Πόσο αξίζει ένας τέτοιος λυτρωμός,
όλος αντρίκεια απόφαση κι ευθύνη !
Η Ανάγκη να μην Σε καταπίνει
και να σε ορίζει ο δικός σου ορισμός.

Μα τέτοιο θάρρος δεν εφώλιαζε σε μας.
Άδοξα κουβαλάμε το σταυρό μας,
κι από τον ίδιο μισητοί τον εαυτό μας,
βλάκες τιτλούχοι “με όλας τας τιμάς”.

Τα χρόνια βέβαια, να περάσουν δεν θ’ αργήσουν.
Τι θα
χει μείνει, Ηλία, απ’ όλα αυτά ;
Η τύψη της μικρότητας, που φωναχτά
θα δείχνει όσους δεν θέλανε να ζήσουν . . .

Πικρή βροχή, 1990

Για μιαν Ελένη

Κοίτα που ψάχνουμε όλοι μας στα ερείπια
για τις ζαρτιέρες της Ωραίας Ελένης,
ενώ τα πράγματα είναι μάλλον ήπια
και μόδα Μάο ελάνσαρε ο Τσεκλένης.

Κι εγώ, που μέχρι εχθές καθόμουν κι άλειβα
κατράμι τις γαλέρες του Κολόμβου,
να φιάχνω τώρα Οικόσημα από χάλυβα
και γκόλφια περαστά σε σχήμα ρόμβου . . .

Ζωή είν’ αυτή που κάνουμε, ( ωχ ! ) μανούλα μου,
ούλοι τση γης εμείς οι κολασμένοι ;

οι μεν κατ’ άνδρα στις ασκήσεις του Ουλαμού
κι οι επίλοιποι κα-ρα-βο-τσακισμένοι . . .

In modo misto genuino, 2005

.

Καήκαν και οι ρίζες της φωνής μας
Μα ίσκιοι τριγυρνάνε οι νεκροί
Δροσίζουνε για λίγο τη ψυχή μας
Πυρπολημένοι άγγελοι ακριβοί
Να μη σκεπάσουμε με στάχτη την πληγή μας
Να μην ανθίσει πάλι μόνο η σιωπή

Να μη σκεπάσουμε με στάχτη τη ζωή μας
Να μην ανθίσει πάλι μόνο η σιωπή.

poein.gr, 2007

.

Ένα αγόρι στο σκοτάδι
κάθεται και κλαίει.
Μαύρο χάδι στα μαλλιά του
ήσυχα του λέει:

μην το αίμα βιάζεσαι
να φύγεις απ’ τη γλώσσα·
στόμα κοινό: κόκαλο,
δύο σειρές δόντι
α·

κι’ αργός
επίμονος συλλαβισμός
όταν μαθαίνεις λέξεις, όπως
«έρεβος», «νεκρός».

Συμεών Βάλας. Ένα σχεδίασμα, 2010

.

Μ’ ένα κρα η αυγή
έγινε κραυγή
κάπα και τ’ αβγά
έπιασαν καβγά

Μ’ έψιλον πηγή
τώρα επείγει
και το γάμα σε ύψος
κόλλησε σαν γύψος

Με το ταυ ο ήχος
έχτισε ένα τείχος
μ’ ένα ρω το άδειο
έπαιξε σαν ράδιο

Μ’ ένα μα το χέρι
έκοψε μαχαίρι
κάπα και οι ίπποι
θα φυτρώσουν κήποι

τραγουδί τραγουδοχέρι, 2003

.

Ω νύχτα της μεγάλης νουμηνίας !
Τα μαρμαρένια σκαλοπάτια βγάζαν
σ’ απέραντους διαδρόμους, όπου πόρτες
ανοίγαν σε δωμάτια με καθρέφτες
αντανακλώντας κήπους από πεύκα
και την ισιακή σιγή των άστρων.
Εσύ στο στέρνο σταύρωνες τα χέρια
και στη σκιερή σαγήνη βυθιζόσουν –
ενώ πλωτή κι η κλίνη σαρκοφάγος
στα σκοτεινά νερά κυλούσε του ύπνου –
πριν σε ξεβράσει στη γενέθλια πόλη
παράξενα αλλαγμένη. Στις οδούς της
ο σεληνιακός φυσούσε αγέρας
σαρώνοντας τα φύλλα από τις λεύκες,
καθώς ταλαντευόνταν οι σκιές τους
αργά στους τοίχους πέτρινων μεγάρων.
Δεν ήταν μήτε βράδυ μήτε μέρα :
Μια λάμψη επάργυρη έραινε τα πάντα
με μυριάδες θραύσματα μαρμάρου.
Στην ορφική εισερχόσουν πολιτεία,
μια πολιτεία νεκρωμένων δρόμων
που δείχναν σε μεγάλες προκυμαίες,
μια πολιτεία που πίσω απ’ τα εργοστάσια
ορθώνεται η νεκρόπολη των Μύρων
και πέρα από τεφρές υψικαμίνους
οι πέτρινες αψίδες της Παλμύρας.
Μα ξάφνου κάποια εξαίσια μελωδία
κατεύθυνε άσφαλτα τα βήματά σου
από στενά με σπίτια ραγισμένα
σε μια περίεργη λιτανεία – κι είδες
λευκοντυμένους γέροντες κρατώντας
εμβλήματα πανάρχαια όπως όφεις
χρυσούς, ριπίδια, χέρια φιλντισένια,
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες,
λαό πιστών κραδαίνοντας τα σείστρα
και της Θεάς την αστρική τιάρα.
Εκεί θαρρείς πως πέρασε μπροστά σου
του βασιλέα Ευήνορος η κόρη –
προτού χαθεί και πάλι μες το πλήθος
κι εσύ την ψάξεις έπειτα σε δρόμους
πιο σκολιούς κι από τη μνήμη, δρόμους
που ανυποψίαστα σ’ οδηγήσαν στ’ άδειο
προαύλιο του πρώτου σου σχολείου
–μες τις λευκές τις αίθουσες η θλίψη
σαν σιωπηλή βροχή συνέχεια πέφτει–
Αμέσως βρέθηκες κατόπιν σ’ άλσος
παράκτιο πλάι στις όχθες της Αόρνου,
στο μυστηριώδες άλσος της Εκάτης.
Πελώριες λεύκες θρόιζαν τριγύρω
λουσμένες ωκεάνιο σεληνόφως
και κάτω απ’ το βαθύσκιο φλοίσβισμά τους
περιπλανιόταν η άυλη Ευρυδίκη.
Μα από το οργανικό σκοτάδι ξάφνου,
απ’ την ενδόμυχη πηγή βαθιά σου
αρχίσαν να αναβλύζουν δάκρυα, δάκρυα –
απ’ όλες τις απώλειες και τους νόστους
αποσταγμένος θρήνος, δάκρυα, δάκρυα –
το διάλυμα όλης της ζωής σου, δάκρυα :
η Ευρυδίκη στ’ άλση της Εκάτης –
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες –
η σιωπηλή στεγνή βροχή της θλίψης –
μεγάλες τσιμεντένιες προκυμαίες –
πελώριες λεύκες, δρόμοι νεκρωμένοι,
τιάρες αστρικές, ριπίδια, σείστρα, –
η σαρκοφάγος της ενύπνιας κλίνης –
σεντόνια σε λευκά γυμνά δωμάτια –
παράθυρα ανοιχτά στα πευκοδάση
και της αυγής οι ρόδινες ανταύγειες
κι η μέρα που εξατμίζει πια τα δάκρυα
της νύχτας της μεγάλης νουμηνίας.

Νουμηνία, 2008

.

( Μικρό διάλειμμα στους άλλους καβγάδες ).

Φίλος είναι μα νευριάζει απερίσκεπτα καθώς
δηλώνω συγγενής των Απάτσι, των Τσερόκι, των Σαγιέν.
Από την Τσικοντότσκα στο Μπάφαλο περπάτησα και δεν
γνωρίζω αν γυρίσω πίσω· λίγα τα ψωμιά μου, άλλο φως

δεν υπάρχει πάρεξ των παιδικών χρόνων εκείνο
που μιλούσε με τη σελήνη με τους γρύλους με τη σιγή,
σταυροπόδι ο καπνός χάιδευε τον ήλιο και των σπαρτών τη γη
για λίγο μόνο κόκκινα μπαϊράκια, παιχνίδι πες, στον αχινό

του βάθους μάς έριξαν. Α, φίλε, πόσο φαρμάκι έχει το Ουράνιο
του χώματός μας που σκεπάζει όσια κόκκαλα, βακούφια ιερά
κι ανώνυμα – για να κομπάζεις τώρα εσύ πατριώτης φανερά

επαγγελματίας μα τίποτε άλλο ωραίο δίκαιο ή σπάνιο
( Τώρα του κόσμου οι άποικοι ανελέητα μας ντουφεκίζουν·
θαρρείς στα ξένα οι μάνες φοβισμένα πίτσκα νανουρίζουν ).


Χαιρετισμοί, 1999

.

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω

Εν γη αλμυρά, 1996

.

Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –
γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.
Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων
τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει
σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική
κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες στη στάχτη
θα διδαχτεί απ’ τους θεούς τη μαντική.

Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι
κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.
Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι
σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι
σαν ένα σώμα, στην αρχή συλλαβιστά.
Να κατακτήσεις και το μπλέ που είναι στον Άδη.
Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι
πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί.
Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι

γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.
Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.
Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια
και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –
διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.
Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος
να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει
σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.
Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη
μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

Ποιμένες άγγελοι στα μωβ των αθανάτων
πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.
Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων
και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.
Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.
Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις
κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.
Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.
Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.
Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων
πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά
έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων
τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.

Η Πόρτα της Πηνελόπης, 2003