.

Βαδίζουν άνθρωποι οδών απείρων οδοιπόροι
με γεννητάτους του έρωτος στα μάτια τους δεσμούς.
Αυτοφυή άνθη μικρά στις εσχατιές της πόλης
εκτάσεις σκυροδέματος τριγμοί θαμμένης γης.

Το ξύλο αλεξίκακο, κομμάτια πυρωμένα
ανάβει ακέραιο αυτό μια καθαρή φωτιά.
Ο δρόμος είναι διχασμός και κάποτε τελειώνει.

Αυγή πυρός αφήνοντας ο κόσμος αίφνης φεύγει
και μια γυναίκα στέκεται κάτ’ απ’ αυτό το δέντρο.

Τινάζει το· και έπεφτε το χιόνι στα μαλλιά της.

Σύρραμμα, 1996