ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ, Ο Καψάλης

23.12.2009

.

Θα σας πω μια ιστορία
μακρινή. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

Ξάφνου μες από το τζάκι
ένα καλικαντζαράκι
ξεπροβάλλει γανωμένο
ελεεινό και πεινασμένο.
Με ψιλή φωνίτσα λέει :
« Καψαλίστηκα ! » και κλαίει.
Τότε γούρλωσα τα μάτια
μ’ έκπληξη, και δυο κομμάτια
του
δωσα ψωμί να φάει.
( Πώς πεινάει
πώς πεινάει ! )
Α, Χριστέ και Παναγιά μου,
πάει. . . δε στέκω στα καλά μου !
Βλέπω μπρος μου παραμύθια
που ζωντάνεψαν στ’ αλήθεια
ή μην τάχα κι είναι ψέμα ;
Ρίχνω πάλι ένα βλέμμα
στο μικρό που
χε αποφάει
και γελάει
και γελάει !
Του χαϊδεύω το κεφάλι.
«Πως σε λέν ; » Μου λέει: « Καψάλη !
Κι ήρθα απόψε στη γωνιά σου
φίλος για τη μοναξιά σου.
Μα, γλυκά δε θα κεράσεις ;
Τις γιορτές πώς θα περάσεις ;
Γαλοπούλα δε θα ψήσεις ;
Ούτε δέντρο θα στολίσεις ;
Τα παιδάκια ; Η κυρά σου ;
Πού
ναι ; Λείπουν ; Δυστυχιά σου ! »
Αυτά είπε, κι ένα δάκρυ
–από των ματιών την άκρη–
κύλησε σαν καρβουνάκι
μες το φλογισμένο τζάκι.
« Αχ, συγχώρα τον, Θεέ μου ! »
είπε το ουρλιαχτό του ανέμου
« που και φέτος τη γιορτή σου
–την Πανάγια Γέννησή Σου
αλησμόνησε ο καημένος ! »
« Μα, είναι τόσο πονεμένος ! »
είπε κι η βροχή η ίδια
κλαίγοντας στα κεραμίδια.
Πέρα μακριά στα πλάγια
« Μόνος ! » είπε η κουκουβάγια
« μόνος είναι σαν κι εμένα ! »
Και τα ξύλα τα καμένα
επανέλαβαν τη λέξη :
« Μόνος ! » Κόντευε να φέξει.

« Θα σ’ αφήσω, φεύγω τώρα »
είπε ο Καψάλης « ώρα
είναι πια να χωριστούμε ».
( Κι έσκυψα ν’ αγκαλιαστούμε. )
« Και του χρόνου φιλαράκι »
είπα. « Καλικαντζαράκι
δε θα σε ξεχάσω ». Όμως
μες το βλέμμα μου ο τρόμος
άστραψε κι η απορία,
σαν μια λάμα είδα κρύα
καθώς μου
βαζε στο χέρι
της κουζίνας το. . . μαχαίρι !
« Φίλε, μου
πε, δείξε θάρρος,
βάρος είμαι κι εγώ, βάρος
των ανθρώπων τόσα χρόνια !
Όταν πέφτουνε τα χιόνια
και στη γη σας ανεβαίνω,
απ’ τις καμινάδες μπαίνω
στα κρυφά να μη με δούνε
γιατί όλοι με μισούνε !
Παγανό, άκαρδα, με λένε
και με καίνε
και με καίνε !
Ύστερα των Φώτων, πάλι
βάνω κάτου το κεφάλι
και στης Γης το κέντρο αρχίζω
το δεντρό να πριονίζω,
που –αχ, ποιος θα το πιστέψει–
έχει θρέψει
έχει θρέψει !
Μπρος σε τούτο, συλλογίσου,
τί είν’ η μοναξιά η δική σου ;
Δεν αντέχω
δεν αντέχω !
Κι όπως λες αν φίλο σ’ έχω,
φύλαξέ με και φυλάξου –
σκότωσέ με, ύστερα σφάξου
με ετούτο το μαχαίρι
που σου έβαλα στο χέρι.
Βγάλε με απ’ τη στενοχώρια
πριν λαλήσουν τα κοκόρια.
Έλα, δεν μας παίρνει ο χρόνος. . .
Είμαι μόνος, είσαι μόνος. . .»
είπε. Δείλιασα. . . κι ω, θαύμα !
Πώς συνέβη τέτοιο πράγμα ;
Δίπλα απ’ τ’ αναμμένο τζάκι
τώρα υπήρχε ένα γατάκι
μαύρο-πίσσα, ζεσταινόταν
και κοιμόταν
και κοιμόταν !
Τι συνέβη; Ποιος να ξέρει !
Της κουζίνας το μαχαίρι
ήταν κάτω πεταμένο,
το ψωμί μισοκομμένο,
είχε ο άνεμος μερώσει
κι έξω είχε ξημερώσει.
Πήρα μες την αγκαλιά μου
το γατάκι, κι η καρδιά μου
σα θεότρελη χτυπούσε.
Τ’ αγαπούσα, μ’ αγαπούσε –
κι όλα φαίνονταν ωραία
τώρα που
χα μια παρέα !

Τι συνέβη ; Η απορία
έμεινε. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

( Ή μην ήπια παραπάνω ; )

Καφέ Ρετρό, 2004

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s