.

Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.

Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
Δέντρο ολάνθιστο το έλεος, χρυσό,
το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.

Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.

koutsourelis.gr, 2007

.

*** Οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» εύχονται σ’ όλους και σ’ όλες γιορτινές μέρες χαρούμενες και ανέμελες. Το προσεχές δεκαήμερο είναι για μας περίοδος  ανθολογικής ανάπαυλας. Θα τα ξαναπούμε πια  με τη νέα χρονιά, τη Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010.

.

Θα σας πω μια ιστορία
μακρινή. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

Ξάφνου μες από το τζάκι
ένα καλικαντζαράκι
ξεπροβάλλει γανωμένο
ελεεινό και πεινασμένο.
Με ψιλή φωνίτσα λέει :
« Καψαλίστηκα ! » και κλαίει.
Τότε γούρλωσα τα μάτια
μ’ έκπληξη, και δυο κομμάτια
του
δωσα ψωμί να φάει.
( Πώς πεινάει
πώς πεινάει ! )
Α, Χριστέ και Παναγιά μου,
πάει. . . δε στέκω στα καλά μου !
Βλέπω μπρος μου παραμύθια
που ζωντάνεψαν στ’ αλήθεια
ή μην τάχα κι είναι ψέμα ;
Ρίχνω πάλι ένα βλέμμα
στο μικρό που
χε αποφάει
και γελάει
και γελάει !
Του χαϊδεύω το κεφάλι.
«Πως σε λέν ; » Μου λέει: « Καψάλη !
Κι ήρθα απόψε στη γωνιά σου
φίλος για τη μοναξιά σου.
Μα, γλυκά δε θα κεράσεις ;
Τις γιορτές πώς θα περάσεις ;
Γαλοπούλα δε θα ψήσεις ;
Ούτε δέντρο θα στολίσεις ;
Τα παιδάκια ; Η κυρά σου ;
Πού
ναι ; Λείπουν ; Δυστυχιά σου ! »
Αυτά είπε, κι ένα δάκρυ
–από των ματιών την άκρη–
κύλησε σαν καρβουνάκι
μες το φλογισμένο τζάκι.
« Αχ, συγχώρα τον, Θεέ μου ! »
είπε το ουρλιαχτό του ανέμου
« που και φέτος τη γιορτή σου
–την Πανάγια Γέννησή Σου
αλησμόνησε ο καημένος ! »
« Μα, είναι τόσο πονεμένος ! »
είπε κι η βροχή η ίδια
κλαίγοντας στα κεραμίδια.
Πέρα μακριά στα πλάγια
« Μόνος ! » είπε η κουκουβάγια
« μόνος είναι σαν κι εμένα ! »
Και τα ξύλα τα καμένα
επανέλαβαν τη λέξη :
« Μόνος ! » Κόντευε να φέξει.

« Θα σ’ αφήσω, φεύγω τώρα »
είπε ο Καψάλης « ώρα
είναι πια να χωριστούμε ».
( Κι έσκυψα ν’ αγκαλιαστούμε. )
« Και του χρόνου φιλαράκι »
είπα. « Καλικαντζαράκι
δε θα σε ξεχάσω ». Όμως
μες το βλέμμα μου ο τρόμος
άστραψε κι η απορία,
σαν μια λάμα είδα κρύα
καθώς μου
βαζε στο χέρι
της κουζίνας το. . . μαχαίρι !
« Φίλε, μου
πε, δείξε θάρρος,
βάρος είμαι κι εγώ, βάρος
των ανθρώπων τόσα χρόνια !
Όταν πέφτουνε τα χιόνια
και στη γη σας ανεβαίνω,
απ’ τις καμινάδες μπαίνω
στα κρυφά να μη με δούνε
γιατί όλοι με μισούνε !
Παγανό, άκαρδα, με λένε
και με καίνε
και με καίνε !
Ύστερα των Φώτων, πάλι
βάνω κάτου το κεφάλι
και στης Γης το κέντρο αρχίζω
το δεντρό να πριονίζω,
που –αχ, ποιος θα το πιστέψει–
έχει θρέψει
έχει θρέψει !
Μπρος σε τούτο, συλλογίσου,
τί είν’ η μοναξιά η δική σου ;
Δεν αντέχω
δεν αντέχω !
Κι όπως λες αν φίλο σ’ έχω,
φύλαξέ με και φυλάξου –
σκότωσέ με, ύστερα σφάξου
με ετούτο το μαχαίρι
που σου έβαλα στο χέρι.
Βγάλε με απ’ τη στενοχώρια
πριν λαλήσουν τα κοκόρια.
Έλα, δεν μας παίρνει ο χρόνος. . .
Είμαι μόνος, είσαι μόνος. . .»
είπε. Δείλιασα. . . κι ω, θαύμα !
Πώς συνέβη τέτοιο πράγμα ;
Δίπλα απ’ τ’ αναμμένο τζάκι
τώρα υπήρχε ένα γατάκι
μαύρο-πίσσα, ζεσταινόταν
και κοιμόταν
και κοιμόταν !
Τι συνέβη; Ποιος να ξέρει !
Της κουζίνας το μαχαίρι
ήταν κάτω πεταμένο,
το ψωμί μισοκομμένο,
είχε ο άνεμος μερώσει
κι έξω είχε ξημερώσει.
Πήρα μες την αγκαλιά μου
το γατάκι, κι η καρδιά μου
σα θεότρελη χτυπούσε.
Τ’ αγαπούσα, μ’ αγαπούσε –
κι όλα φαίνονταν ωραία
τώρα που
χα μια παρέα !

Τι συνέβη ; Η απορία
έμεινε. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

( Ή μην ήπια παραπάνω ; )

Καφέ Ρετρό, 2004

.

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ώς εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
………………………….στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
………………………….πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
………………………….να παρηγορηθούνε.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

Δεν έχω εγώ o φτωχός την αξιοσύνη
του Καλλίμαχου να
βγω με ένα σχήμα
από τα «άπαξ λεγόμενα» και τσίμα-
τσίμα, με
–εκεί– δυο στίχους ( και ό,τι γίνει ! )

το επίγραμμα να ειπώ στην Ιπποκρήνη.
Εγώ τα ανακατώνω όλα εκεί χύμα·
μπόλικα·  και μου λένε: — Ρε συ, τί μα-
­στορεύεις εκεί χάμου; ήθελε κρίνει

κανείς τι λές ; Α ! σ’ έπιασα : μιμείσαι,
μουσίτσα !
.
……………..— Ε, καλά πια κι εσύ ! Μην είσαι
τόσο υπερβολικός, καλέ· και μη μου

κοτσέρνεις, ρε, τη ρετσινιά του μίμου !
Ερανίζομαι πότε-πότε για ! Ε ! μα. . .
δικά σου παίρνω και το κάνεις θέμα
;

In modo misto genuino, 2005

.

Τίποτα άλλο, αρκεί – το κατάλαβα
στη βιτρίνα αλλαγή – το κατάλαβα
είμαι η μόδα που φεύγει – κατάλαβα
δεν ταιριάζω σε ζεύγη – κατάλαβα
με λυμένα τα μέλη – κατάλαβα
με ψυχή που δεν θέλει – κατάλαβα
με μια αγάπη μισή – το κατάλαβα
η αυγή με μισεί – το κατάλαβα
με πετούν στο καλάθι – κατάλαβα
στις ραφές μου έχω λάθη – κατάλαβα
αφοδράριστο σώμα – κατάλαβα
κι ένα αταίριαστο χρώμα – κατάλαβα.


Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Τσαρτμπίττερ σοκολάτα – γεύση που μετέχει
δύο εξουσιών: κακό κακάο που από το γάλα
αρμέγει καλοσύνη, για να το κατέχει
σαν μάγισσα στριφνή, και απ’ την ψημένη σπάλα

του ερωτικού σφαχτού μοιράζει μοίρες, όταν
διαβλέψει πως το καθεστώς της θα επιβάλει
ζυγώ ή πελέκει. Σαν αστροπελέκι ερχόταν
στο δόλιο στήθος μου, σαν έρμο μαδριγάλι

αγαλινό γαλβάνιζε ό,τι καψαλίστη.
Τα χείλη της ατίθαση είσαν γοητεία·
τη χθόνια μα και ουράνια χάλκευαν την πίστη
που λόγο έναρθρο έκανε ό,τι την αιτία

της ύπαρξής του εχρώσταγε στην αφασία.
Πιασμένος στις δικές της καίριες συμπληγάδες
–στο στόμα, στους μηρούς της– είδα την ουσία
που σε μαινάδες μεταβάλλει τις μανάδες.

Μαντείο αμφίλογο έκρινε το ποιές εκκρίσεις
χυμών ευσχήμων θα χιμίξουν άγριες μές στις
χοάνες των πληγών μου, ενώ πνιγόμουν. Λύσεις
δεσμών δεν υποσχέθηκαν οι δυό σχισμές της

ποτέ. Γι’ αυτό ο οιωνός μου κλέβει το συκώτι
στης χαρμολύπης τη γλυκόπικρη μιλόνγκα.
Πώς να ξεχάσω τις σπονδές φωτός στα σκότη;…
τη μάντισσα που μελωδούσε, ενώ εβόγκα;…

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2008

.

Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίτα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά·
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή.

Τον θαυμασμό επιθυμούμε
για κάθε στίχο που εκστομίζουμε,
κι όταν τον έπαινο δεν ακούμε
θυμώνουμε κι αφρίζουμε.
Χαρακτηρίζουμε τους κριτικούς
κακόπιστους ή χολερικούς.

Νιώθουμε μια περίεργη θλίψη
που τα βιβλία μας μένουν απούλητα
Μελαγχολούμε που μας έχει λείψει
η αγάπη του κόσμου, και μισούμε αβούλητα
το ευρύ κοινό που αντί για ποιήματα
αγοράζει μυθιστορήματα

Πιστεύουμε πως κάτι δεν πάει
καλά με τους ποιητές που τους διαβάζουν οι πολλοί
καταφρονώντας τα εντελβάις
των κορυφών μας για τα ευτελή
κι άοσμα άνθη της γλάστρας
που τ’ ανεβάζουν ώς τ’ άστρα

Το θεωρούμε απίστευτο ότι
οι αερολογίες του ενός
κι οι άξεστοι κι ανοικονόμητοι τρόποι
του άλλου κι ο δυσκοίλιος ή φτηνός
λόγος εκστασιάζουν· ότι η κριτική
βρίσκει στους κρότους τού τάδε μουσική

Είμαστε βέβαιοι ( ή σχεδόν βέβαιοι ) ότι το
μέλλον θα μας δικαιώσει
και το αχειροκρότητο
έργο μας θ’ αποθεώσει
Ότι οι στίχοι μας δεν έχουν λήξη.
Λέμε : « ο χρόνος θα δείξει ».

(Πάνω σ’ ένα ποίημα του Γκάβιν Γιούαρτ)

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Είναι ένα σπίτι στοιχειωμένο το κορμί σου
κι έχω χαθεί στα σκοτεινά δωμάτια.
Κρύβεις την πιο άγρια θάλασσα στα μάτια.
Με την πανσέληνο ημερώνει και μου λέει «θυμήσου».

Του χρόνου τα ναυάγια μισοφωτισμένα
στα βάθη σου, θολές εικόνες κυματίζουν.
Αν κι έχω μέλλοντα τις πέτρες που με χτίζουν
ρίχνω βουτιά καθώς τ’ αγρίμια στα χαμένα.

Βλέπω ένα σύννεφο. Απλώνει, σε τυλίγει,
κι ύστερα η νύχτα γίνεται γυλιός στον ώμο.
Τα πόδια μου ματώνουνε και χάνομαι στο δρόμο.
Την έρημο έμαθαν πολλοί, αλλά περάσαν λίγοι.

Λατομείο, 2002

.

«…ξημέρωσε κι ακόμα ζω
κι αν προτιμώ ας μην ξέρω
το χέρι που απόψε μ’ άγγιξε
αν ήτανε δικό σου ή ξένο…»

Φυσούσε, θυμήσου
Και μού γλιστρούσε το σάλι
Κι εσύ δειλά με ακουμπούσες
Πάλι και πάλι

Kαι σαν πήγε αργά η ώρα
Και στιγμή δεν είχαμε άλλη
Βγήκαμε μαζί στην μπόρα
Kαι με κρατούσες ― θυμήσου

Δεν το θυμάσαι τώρα;

Είμαι σού φώναζα, δική σου
Μα η μπόρα μού ’παιρνε τα λόγια
Κι εσύ όλο ρωτούσες
Σαν ποιά να φωνάζει τέτοιαν ώρα

Θυμήσου μάτια μου, θυμήσου
Πόσο διψασμένα απ’ τη βροχή
Σμίξαν τα χέρια μας εξίσου
Κάτω απ’ τη μπόρα ―

Τα μάτια που έλαμπαν θυμήσου.

Θυμήσου, μιάν άλλη φορά
Ήταν πριν πέσει η σελήνη
Μα ήσουν ακόμα μες στη δίνη
τού ιδρώτα ―

Θυμήσου. Το σούρουπο σού δίνει

Τη μορφή που είχες πρώτα
Και μιά αύρα που μ’ εμπαίζει
Εμπρός μου σε ρωτά ποιάν είχες
Και δεν ξέρεις ― Ρώτα! Το γραμμόφωνο

Κουράστηκε να παίζει.
Και στη λατέρνα σκάλωσε μιά νότα.

τής Γιώτας Μ.

khpoithsvroxhs.wordpress.com, 2009

.

Μορφές αβέβαιες, που κάποτε σας είδα
κι έπειτα λιώσατε σαν χιόνι στο νερό,
ξανάρχεστε σαν ν’ άνοιξα λάθος σελίδα,
πιο πίσω, εκεί που έλεγα πως, ναι, μπορώ
να ζήσω –κι έζησα– φυσώντας τον αφρό –
κι έγραψα
λες κι υπήρχε τρόπος να μη φταίω
έγραψα κάτι αστείο κι ίσως τρυφερό :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Πρόσωπα αόριστα, ξανάρχεστε σε μένα
σαν να φυσήξαν τη μορφή σας στο γυαλί
μιας πόρτας που όλο περιστρέφεται σαν γέννα
που κάποιος την ανάγγειλε κι ανακαλεί. . .
Ξανάρχεστε μα εγώ προχώρησα πολύ
και βλέπω κάτι κι από σας πιο φευγαλέο
κι όλο σωπαίνω όπως αγγίζεις μιαν ουλή·
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Ξανάρχεστε μα έχω αλλάξει πια ιδέες.
Λοξεύει ο κόσμος μου σαν βέργα στο νερό. . .
Κοιτώ –και βλέπω– βεστιάριο με λιβρέες

κι έπειτα αυλαία, που ανοίγει και φορώ
σκούφια τρελού με κουδουνάκι δολερό :
κόσμο ρευστό σαν την εικόνα του όταν κλαίω
και σαν μυγάκι μες στο μάτι σταθερό
κι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Κι εγώ χτυπάω σαρανταδύο και κρυώνω
και σαν ν’ αγγίζεις για πολύ τον πάγο καίω. . .
Κι όσα δεν γνώρισα θυμάμαι
αυτά μόνο :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο
δε λέω !

Ποιήματα χωρίς ιδιότητες, 2009

.

– Μια φάρσα – θέλεις να την ξαναπαίξουμε; Έναν γάμο
σαν κολικό, σαν να έχεις στα νεφρά σου άμμο…
– Θέλεις να παίξουμε την τελετή, τα δώρα,
παρόν το σόι σου ( που κούφια να ν’ η ώρα ! )
– να παίξουμε – αυτό προπάντων ! μια νεότητα
που κράτησε ένα χρόνο, στην πραγματικότητα ;
– Να παίξουμε πως ήμουν τριανταεννιά –
κι έπινες κι έγραφες κι ο μήνας είχε εννιά
– κι ήταν η κάθε μέρα μου παραμονή –
κι οι φίλοι σου μου λέγαν “κάνε υπομονή”
– γιατί ήταν, λέει, μια γιορτή να ξημερώσει –
περίμενα, δεν είχα ακόμη μετανιώσει
– που δεν ξημέρωνε ποτέ κι εγώ φοβόμουν,
κι όλο σε πρόσεχα και σε περιποιόμουν.
– Κάτι ελλόχευε στον άδειον ουρανό :
Κάτι ερχόταν – όλο και πιο σκοτεινό
– Κι όλα τα τύλιξε ο φόβος. . . τη ζωή σου
και τα παιδιά που εν τέλει έκανα μαζί σου,
– τη φωτεινή κουζίνα, το ζεστό φαΐ
τα πρωινά, που έβγαζες βόλτα το σκυλί,
– την πάχνη της αυγής, το διάβασμα, το χάδι
τα βράδια που δεν σε μισούσα στο σκοτάδι. . .
– Έτσι περάσανε τα χρόνια, έπαιξα κι έχασα –
Σιγά σιγά, δεν σ’ αγαπούσα πια, το ξέχασα. . .

fin’amor, 2000

.

Κάποτε ζούσαμε μαζί
( λένε, τα λάθη είναι μοιραία )·
τώρα καθένας μόνος ζει
και μόνος λείπει στην παρέα.

Φίλοι στο δρόμο σ’ έχουν δει,
δεν είδανε με ποιον μαλώνεις·
έχεις κρατήσει το παιδί
που ήμουν, και το μεγαλώνεις.

Στον ίδιο δρόμο έχω χαθεί
σαν να μου άφησαν το χέρι·
άλλον θα βρεις, θα ’ναι σπαθί,
θα κόψεις κάθε νταραβέρι.

Τις δυο φτερούγες το πουλί,
τους δυο σας ο έρως θα κινήσει. . .
Σ’ έχω ξεχάσει πιο πολύ
απ’ όσο αυτός θα σε γνωρίσει.

Ελλειπτική, 1998

.

Μαζί, όπως και χθές, θα περπατάμε
και κάτι θα σου λεω, και ( μ’ ακούς; )
θα στρέψω να σε δω – και μόνος θα
μαι·
ειδήσεις σου θα ψάχνω στους σταθμούς

που στάθηκες, στα μπαρ, και θα ναι πάντα
η ώρα που θα κλείνουν,  και ( ακούς; )
αόρατη θα παίζει κάποια μπάντα
που θα περνά ψηλά. . .  Στους ουρανούς

σαν νόμισμα τα χρόνια θα κυλήσουν :
κορόνα εσύ θα φέρεις,  και ( τ’ ακούς; )
παιδιά θα γεννηθούν και θα μιλήσουν
για μας όπως για δυο περαστικούς,

που αμίλητοι κι οι δυο κοντοσταθήκαν
να δουν κάποια βιτρίνα ( τους ακούς; )
σαν κούκλες μια στιγμή καθρεφτιστήκαν

και χάθηκαν σε δρόμους χωριστούς.

Ελλειπτική, 1998

.

Εσπούδασε πολλά, μα δεν θυμάται
τώρα πια γιατί έγινεν ο ντόρος.
Σε άλλων τα γραπτά αποκοιμάται

και ονειρεύεται δικά του· ο σπόρος
της έμπνευσης εθλίβη, έγινε ζύθος·
ο Βάγκνερ του είν’ ένας σερβιτόρος.

Κυλήσανε τα χρόνια ως συνήθως:
τις Κυριακές ξανάκουγε τη μπάντα·
τις νύχτες, με αμιλλητήριον ήθος,

τρία βιβλία έβαλε στην πάντα
(να τα
χει στη Δευτέρα Παρουσία)·
και έκλεινε απόψε τα τριάντα

(αργύρια για κάποια προδοσία).

Ελλειπτική, 1998

.

Μ’ άφησες μόνο ο διάολος να πάρει τη μοίρα μου
θα σ’ είχα σφάξει αν ήταν του χαρακτήρα μου
μ’ ένα σαλάμι αφημένο καιρό στο ψυγείο
είπα λοιπόν κι εγώ να σου κάνω έν’ αστείο

Και πήρα στο τμήμα αμέσως και τους τηλεφώνησα
και παγωμένα τους είπα πως σε δολοφόνησα
στη μηχανή του κιμά είπα σ’ είχα λιανίσει
κι ένα σαλάμι με σένα πως είχα γεμίσει

Και ήρθαν στο σπίτι αμέσως για να με πιάσουνε
και στα μπαλκόνια βγήκανε για να μη χάσουνε
πω πω να δεις το αίμα του πλήθους παγώνει
μ’ ένα σαλάμι που παίρνανε σ’ ένα σεντόνι

Και πρώτη σελίδα να γράφει ο Τύπος διάφορα
και ν’ απορώ κοίτα ρε πως τα κατάφερα
για να σε κάνω κοντά μου ξανά να γυρίσεις
στ’ αλλαντικά να κοπούν εντελώς οι πωλήσεις

Και πλάκες επίσης γινήκαν στην αναπαράσταση
που μου τη βαράει κι αρχίζω κι εγώ την παράσταση
τους δείχνω νά φέτες κόβω απ’ το σαλαμάκι
και τους ρωτάω αν έχει κανένα ουζάκι

Που λες τους τη δίνει να θέλουνε να με λιντζάρουνε
και για μια πλάκα την κεφαλή να μου πάρουνε
κάπου εδώ μωρό μου τ’ αστεία τελειώνουν
προφυλακιστέο με βγάζουν και μέσα με χώνουν

Και λέω την αλήθεια και τώρα πια δε με πιστεύουνε
τρελοί και γιατροί μες στο Δαφνί μ’ αποφεύγουνε
και περιμένω μωρό μου να ρθεις να τους πεις
πως είσαι καλά δεν είσαι σαλάμι και ζεις

Βασίλης Νικολαΐδης, Το αστείο, 1982

.

Κρυμμένος μες στης μνήμης το πιθάρι
και μουλιασμένος αίμα και κρασί
είδα του χρόνου τ’ άσπαστο λιθάρι
κάποιας ελπίδας το στερνό λυχνάρι
για τους αγώνες που
μειναν μισοί
κι άφησαν πίσω άδειο το φεγγάρι.

Μες στα υπόγεια ανένηπταν οι μόνοι
άγγελοι κρύβαν χρόνια το σκοπό
βαθιά στο χώμα στήθηκε η αγχόνη
γέροι και νήπια γίναν ίδια σκόνη
τα δέντρα απαρνηθήκαν τον καρπό
και δίχως γέννα τέλειωσαν οι πόνοι.

Φωτιές ανάψαν σ’ όλες τις πλατείες
κήρυξαν άγιους όλους τους νεκρούς
ξέβγαλαν με νερό τις αμαρτίες
ντύθηκαν γανωμένες πανοπλίες
ρίξαν στη λάμα έρωτες κρυφούς
σίδερα και μπετό στις αγωνίες.

Άλλοι μαρμάρωσαν και δεν μετείχαν.
Κλείνεται στο συρτάρι ο καημός ;
Χαρτί και πέτρα, στίχοι που απείχαν
των ποιητών την τρέλα που δεν είχαν
μες στα τραγούδια αλλιώτικος λιμός
κομμάτι της ζωής μας δεν κατείχαν.

Κρυμμένος μες στης μνήμης το πιθάρι
ψάχνω τη μέθη που
χει το νερό
ο χρόνος δεν ορίζεται με χάρη.
Του Αχιλλέα τα χέρια ή του Πάρη
τον γιο του ήλιου έθαψαν νεκρό
με την ασπίδα όρθια στο χορτάρι ;

Τεφλόν, τχ. 2, 2009

.

Στη θλίψη έλιωσε η φωνή μου δε Σ’ ακούω
τώρα είμαι θόρυβος και λόγια και βοή
τώρα είμαι αντίλαλος αυτών που έχω μισήσει
μάτι κενό δράση ανερμάτιστη τυφλή

πρέπει ξανά ξανά στον άνθρωπο να εγκύψεις
ο Λόγος αίμα στο αίμα πάλι ν’ ακουστεί
θανάτωσέ με αν έτσι θέλησες μα πες μου

εκεί που Εγώ εκεί που Εγώ μαζί μου εσύ.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

Πλημμύρα στους μηρούς σου μαύρο αίμα
Ψέμα
Γονάτισα μονάχα μ’ ένα νεύμα
Ψέμα
Σαν πεινασμένος π’ ονειρεύεται ένα γεύμα
Ψέμα
Σαν διψασμένος που ξυπνάει σ’ ένα ρέμα
Ψέμα
Ευθύς το ήπια όλο από συνήθεια
Αλήθεια

Τεφλόν, τχ. 2, 2009