.

Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.

Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.

Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.

Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.

Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.

Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993