.

Υλαγιαλή ! Υλαγιαλή ! Υλαγιαλή !
μέσα στη νύχτα με παγαίνουν οι ανέμοι,
κι όπου πατήσω και σταθώ, σαν το πουλί,
τρέμει η καρδούλα μου και το φτερό μου τρέμει.

Υλαγιαλή ! Υλαγιαλή ! Υλιαγιαλή !
με τ’ αλαφάκια που δρομούν προς τη σελήνη
και τη ματιά του φάρου που ανοιγοσφαλεί
αλλά —γοργά !— στόμα πικρό την καταπίνει

Αβύσσου άγρυπνης που πάντα με καλεί,
και σέρνει —τρέμουσα— κειπέρα την ψυχή μου,
Υλαγιαλή ! Υλαγιαλή ! Υλαγιαλή !
λάμψε —καλή !— σαν αστραπή χρυσού ή ασήμου !

Λιμέναρχης Ευρίπου, 1993

.
της Σοφίας Κολοτούρου,
που ξέρει απ’ αυτά

Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι
Δάσoς τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Μπαρ ορεσίβια και σαλέ αλπικά με θέα τη φύση
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια

Δάσος τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια
Τσουλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου

Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Τσουλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος

Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος
Κι όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν

Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο

Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Στα ρεστωράν και στα καφέ ψάχνουν να βρουν μια λύση
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο
Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι


* "όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια": στίχος του Δ. Κοσμόπουλου 

khpoithsvroxhs.wordpress.com, 2009

.

Μου παραγγέλνετε να γράψω ένα παντούμ
ανατολίτικη κι εξωτική μια φόρμα
και καθώς μοιάζω στα σουσούμια με φαγιούμ
ενθουσιάστηκα και μέσα μου είπα «όρμα»

ανατολίτικη κι εξωτική μια φόρμα
μα οι απλές επαναλήψεις δεν αρκούν
ενθουσιάστηκα και μέσα μου είπα «όρμα
απλώς να γράφεις κάθε στίχο εις διπλούν»

μα οι απλές επαναλήψεις δεν αρκούν
πρέπει το νόημα κάθε φορά ν’ αλλάζει
απλώς να γράφεις κάθε στίχο εις διπλούν
αλλά με τσαχπινιά, με χάρη και με νάζι

πρέπει το νόημα κάθε φορά ν’ αλλάζει
ούτε βεβιασμένα, ούτε τρόπω δολερώ
αλλά με τσαχπινιά, με χάρη και με νάζι
μου είν’ αδύνατο, σας λέω, δε μπορώ

ούτε βεβιασμένα, ούτε τρόπω δολερώ
να καταφέρω να μη μοιάζει αλαλούμ
μου είν’ αδύνατο, σας λέω, δε μπορώ
μη παραγγέλνετε να γράψω ένα παντούμ.

Πρώτη δημοσίευση

.

λ  υ  κ  ό  φ  ω  ς

Ένα παντούμ μου ζήτησαν να φτιάξω
(ξέρετε, αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων).
Γι’ αυτό θέμα πρωτότυπο οφείλω ευθύς να ψάξω,
να ικανοποιεί, στο ελάχιστο, τα γούστα νέων ήχων.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

.

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα. . .
.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.

Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.
Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Είναι σκιές δικές μου. Με ξέρουν. Με αγαπούνε.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου,
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.

Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε.

Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε.
Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισαν βουτήματα και τσάι.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε
μα πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.

Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισες βουτήματα και τσάι.
Είσαι εδώ, πριν κοιμηθώ. Τα μάτια μου δεν με γελούνε.
Πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.
Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.

.

λ  υ  κ  α  υ  γ  έ  ς

Ξέρετε, με αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων,
καθώς η μέρα επιβεβαιώνεται, το κερί της φωνής μου θα κάψω
για να ικανοποιηθούν, στο ελάχιστο, τα γούστα Νέων Ήχων,
που ένα παντούμ, μόνο, μου ζήτησαν να φτιάξω. . .

.

Πρώτη δημοσίευση

.

ΠΑΝΤΟΥΜΑΚΙ

Ε κ ε ί ν ο ι  κρατούν έναν κόσμο δικό τους.
Εγώ –φυλαχτείτε
κρατάω πιστόλι.
Αρχίζουν οι στίχοι, με το μυστικό τους.
Διαβάζουν, μετράνε, τα νούμερα όλοι.

Εγώ –φυλαχτείτεκρατάω πιστόλι
στη νύχτα, και ψάχνω ευθεία το στόχο.
Διαβάζουν, μετράνε, τα νούμερα όλοι.
Πέντε κι εφτά, συμπληρώσαμε ; Το χω. . .

Στη νύχτα, και ψάχνω ευθεία το στόχο:
Χαϊκού ή σονέτο ή και παντουμάκι.
Πέντε κι εφτά, συμπληρώσαμε ; Το
χω. . .
και γίνετ’ ο στίχος, απλό ένα στιχάκι.

Χαϊκού ή σονέτο ή και παντουμάκι
μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γίνετ’ ο στίχος, απλό ένα στιχάκι.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών.

Μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γράψτε, να σκάσουν από το κακό τους.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών

ε κ ε ί ν ο ι  κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

poein.gr, 2008

.

ΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία :
ζεστή κάποια νύχτα, γλυκιά του Ιουλίου
στη μνήμη έχει μείνει, σαν φωτογραφία
κρυμμένη στη μέση κλεισμένου βιβλίου.

Ζεστή κάποια νύχτα, γλυκιά του Ιουλίου
θυμίζει και πάλι αυτά που ξεχνάω
κρυμμένη στη μέση κλεισμένου βιβλίου–
θαμμένα για πάντα, για να μην πονάω.

Θυμίζει και πάλι αυτά που ξεχνάω,
η νύχτα ετούτη, του άγριου χειμώνα.
Θαμμένα για πάντα, για να μην πονάω,
τα λόγια που κρύβω κι απέμειναν μόνα.

Η νύχτα ετούτη, του άγριου χειμώνα,
τις σκέψεις μου παίρνει, σκορπά στον αέρα.
Τα λόγια που κρύβω κι απέμειναν μόνα,
ζητάω
να βγάλω ακόμα μια μέρα.

Τις σκέψεις μου παίρνει, σκορπά στον αέρα,
το φύσημα τώρα, τ’ ανέμου η μανία.
Ζητάω να βγάλω ακόμα μια μέρα

ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία.

Πρώτη δημοσίευση

.

Μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν
γεμίζει ο Άδης με βλέμματα άδεια
ορμούνε οι μνήμες το νου σου να γδάρουν
τσεκούρι ο ύπνος, κομμάτια τα βράδια.

Γεμίζει ο Άδης με βλέμματα άδεια
ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώμα
τσεκούρι ο ύπνος, κομμάτια τα βράδια
με μέλη κομμένα σφαδάζεις στο στρώμα.

Ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώμα
η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εμπόδια
με μέλη κομμένα σφαδάζεις στο στρώμα
του αίματος λάμπουν οι στάλες σαν ρόδια. . .

Η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εμπόδια
για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες
του αίματος λάμπουν οι στάλες σαν ρόδια
κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες.

Για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες
ανθρώπων ναυάγια θα δεις να σαλπάρουν
κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες
μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν.

Πρώτη δημοσίευση

.

Οι Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό συμπλήρωσαν αισίως 150 αναρτήσεις. Ο κατάλογος που ακολουθεί, αντίστροφος σε ό,τι αφορά τη σειρά με την οποία  παρουσιάστηκαν τα ποιήματα, παρέχει τη δυνατότητα για μια δεύτερη, εποπτικότερη ματιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

.

Πού καταχώνιασες όλα τα πουλιά;
Νομίζεις έτσι η ντροπή πως θα ξεπλύνει;
Σ’ ακούν οι μέλισσες μέσα στα κελιά
Λιώνει η κηρήθρα τους, την άφησες και σβήνει

Βουΐζοντας όσα σου ’γραφα παλιά
Όταν γονάτιζε στην πένα η οδύνη
Λόγια ανήμερα μες σε ζεστή φωλιά
Πετροχελίδονου που τα ’χτισε να μείνει

Με γύρω του κλαράκια μας, κλαμένα μικρά χαρτιά
Στον κήπο που φιληθήκαμε με πλάτη τη μυρτιά

soulforpoetry.blogspot.com, 2008

.

Τα φύλλα ο αέρας θα σκορπίζει
στην άσφαλτο θα πέφτει η βροχή
και στις βουνοκορφές που θα χιονίζει
θα λειώνει των ερώτων η εποχή.

Με χιόνι, με βροχή και με λιακάδα
χειμώνας θα
ναι πάντα στις ψυχές
του ήλιου δεν θα καίει η νιφάδα
θα ζούμε στου ανέμου τις πτυχές.

Θα γέρνουμε Ιούλιο στο τζάκι
η ζέστη της αγάπης σαν διαβεί.
Κι αφού μας φύγουν όλοι, ένα παιδάκι
αυτό που κάποτ’ ήμασταν θα
ρθεί.

Το χέρι στην καρδιά μας θ’ ακουμπήσει
προτού παγώσει να
χει ζεσταθεί
δακρύζοντας τα μάτια θα μας κλείσει
και πίσω απ’ το φεγγάρι θα χαθεί.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Λάτρεις πιστοί της απιστίας,
δήθεν αμόλυντοι κι αθώοι
και συγγενείς εξ αγχιστείας
με το λοιπό ανθρωπολόι.

Τρώμε απ’ την πείνα που μας τρώει –
φταιν οι εποχές της ασιτίας
που σκεύη γίναμε αχρηστίας,
των ποιητών εμείς το σόι.

Τώρα ο Πήγασος μουλάρι.
Κι οι Μούσες κάνουνε σαφάρι
μέσα στην ζούγκλα του εαυτού μας.

Τώρα μια ποίηση για. . . γνώστες,
μέχρι που μόνοι αναγνώστες
θα ’μαστε εμείς κάθε γρα-φτού μας !

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

Για την επέτειο του Πολυτεχνείου δημοσιεύουμε σήμερα εκτός σειράς το ποίημα του Άχθου Αρούρη (Νίκου Σαραντάκου) που γράφτηκε το 1973, μετά από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι πρόσφατα, οπότε και αναρτήθηκε από τον εγγονό του, Νίκο Σαραντάκο, στη σελίδα του στο ίντερνετ.

.

Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ’ απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ’ αυγά με τις πορδές !

Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
— Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι !

— Ε ! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά
θελες αγόρι;
— Θα
θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω…

Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν’ αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν. . . και αν. . .
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία. . .
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)

Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ’ στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη του Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.

sarantakos.com, 2008

***

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτυ,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στυλ που μαγνητίζει

θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .

Αυτές τις ώρες ίσως θά ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε
από συνήθεια το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε
με τρόπο προς τη Δύση.

stixakias.wordpress.com, 2009

.

ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ

.

α΄

Κρίνο βαστάω
Κι έχω ντύσει με χώμα
Τον άγγελό μου

β΄

Πήγαν τα μάτια
Εκδρομή στο κορμί σου
Κοίτα βραδιάζει

γ΄

Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου

δ΄

Γιορτές των ώμων
Στις μασχάλες σας θάλλουν
Τρυφερά πένθη

ε΄

Μικρό βυζάκι
Χόρτασε το φιλί μου
Να μεγαλώσεις

στ΄

Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου

ζ΄

Σ’ ένα ντιβάνι
Τρυφερός γαλαξίας
Με μαύρες τρύπες

η΄

Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια

θ΄

Άσπρο φεγγάρι
Στην κοιλιά σου φωλιάζει
Πάρε με μέσα

ι΄

Τόσο υπάρχεις
Που ’ναι πλάσμα δικό σου
Κι η φαντασία

ια΄

Μπροστά σου πρέπει
Ενός λεπτού σιγή σε
Όλες τις λέξεις

ιβ΄

Σαν καμικάζι
Πάνω στ’ άσπρο κορμί σου
Θέλω να πέσω

ιγ΄

Εικόνες σκορπάς
Που τις μαζεύουν κρυφά
Τα δυό μου μάτια

ιδ΄

Μόνο ο καθρέφτης
Να σε βλέπει αντέχει
Δίχως να σπάει

ιε΄

Κι ο Γιάννης Ρίτσος
Να σε θωρούσε γυμνή
Θα σταματούσε

ιστ΄

Ώς κι ο αέρας
Το κορμί σου φυσώντας
Σπούδασε γλύπτης

ιζ΄

Καθώς η φλόγα
Όλα στάχτη τα κάνεις
Κι ας τρεμοσβήνεις

ιη΄

Είσαι το άλφα
Το βήτα το όμικρον
Είσαι το ωμέγα

ιθ΄

Στη χούφτα βυζί
Καιρό θα κάνεις να πιεις
Από ποτήρι

κ΄

Κάθε σου λέξη
Ένα ακόμα σου χέρι
Που με χαϊδεύει

κα΄

Κορμί που σκύβεις
Τη μικρή μου κάμαρη
Κάνεις μουσείο

κβ΄

Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις

κγ΄

Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού να
μπω;

κδ΄

Τρυφερά χείλη
Στο στόμα στη γλώσσα μου
Να ’ναι τα πάνω;

κε΄

Τρελλό μου στόμα
Άντε μίλησε τώρα
Με δύο γλώσσες

κστ΄

Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυό σου στήθη

κζ΄

Δύο ληστεύαν
Ο ένας τον άλλονα
τα ’δωσαν όλα

κη΄

Τα δυό σου πόδια
Τρυφερές συμπληγάδες
Καλά περνάω

κθ΄

Σαν πέντε σκυλιά
Πάνω σου έχουν χιμήξει
Κι οι πέντε αισθήσεις

λ΄

Σπέρνω καθρέφτες
Τα δυό τρελλά μου μάτια
Μήπως χορτάσω

λα΄

Τρυφερά πόσο
Το ταβάνι κοιτάνε
Οι δυό σου φτέρνες

λβ΄

Τι θέλουν αυτοί
Δυό τρελλοί που παλεύουν
Μες στον καθρέφτη

λγ΄

Τρελλά μου πουλιά
Μ’ άσπρο ούζο κερνάτε
Μαύρες μασχάλες

λδ΄

Το σπέρμα μου δες
Στο τρυφερό σου πόδι
Πώς λάμπει λευκό

λε΄

ΕΙΣΑΙΟΑΡΤΟΣ
ΕΙΣΑΙΟΟΙΝΟΣΔΕΝΕ
ΧΕΙΑΛΛΗΖΩΗ

λστ΄

Τρεις μαύρες φλόγες
Στο κορμί σου φωλιάζουν
Όταν κοιμάσαι

λζ΄

Το καλοκαίρι
Έρχεται για να φοράς
Μικρά σανδάλια

λη΄

Μεσημεράκι
Σ’ ένα μικρό σύννεφο
Έχεις σκαλώσει

λθ΄

Πέφτει βροχούλα
Τι σίγουροι που ’μαστε
Στ’ άσπρα σεντόνια

μ΄

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

μα΄

Γεμάτη φωλιές
Κι εγώ γυρνώ ξέσκεπο
Πουλί μονάχο

μβ΄

Έλα αέρα
Φέρε μου τις φωνές της
Από τα ξένα

μγ΄

Απ’ του έρωτά σου
Τις στάσεις μου ’κρυβες μια

Την απουσία

.

Γραφέως κάτοπτρον, 1989

.

Κατεβαίνεις κομψά δυο-δυο τα σκαλιά
π’ αγκομαχώντας εγώ ανεβαίνω
αφ’ υψηλού κυριολεκτικά μου ρίχνεις πολυάσχολο «γεια»
«γεια» μιλάω και γω μα στην ουσία σωπαίνω.
Τί να γίνει διακοπή ρεύματος μωρό μου
για κανέναν δεν λειτουργεί ο ανελκυστήρ
μα σ’ όλο τον πέμπτο όροφο εσύ είσαι ο αστήρ
κι εγώ απ’ τους τόσους μονάχα ένας μνηστήρ.
Τί να γίνει διακοπή ρεύματος μωρό μου
μα εσένα σε βρίσκει σε προσπάθεια
ήσσονα μπρος σε κατήφορο
κι εμένα στο ζόρικο μπρος στον ανήφορο.
Είναι το ξέρω γενικό το κακό
μα εσύ σε στρωμένη δουλειά παίρνεις μισθό
ενώ εμείς δίπλα στου ελεύθερου επαγγέλμα-
τος τον τροχό περιμένουμε τον Γκοντό
και γενικότερα ακόμα γενικό
είναι το κακό, το μόνο π’ αλλάζει
είναι του καθενός το μερτικό.
Όλο και πιο χρυσή Πηνελόπη το παίζεις
δεν μ’ ακούς τίποτε εσχάτως δεν ακούς
έχεις βάλει πλώρη για τον έβδομο
όροφο στης επιτυχίας τον ουρανό.
Με παίρνεις στο τηλέφωνο
να μάθεις τί κάνω με ρωτάς
σε ρωτάω για τον «φόνο» δεν μ’ απαντάς
σου λέω για το «κρίνο» αλλού το πας.
Τί θέλεις να κάνω τί θέλεις να κάνω
χτυπάω μύγες, χτυπάω μύγες
σβήνω τα φώτα.

Αχρονολόγητο ποίημα, πρώτη δημοσίευση :
Ποιήματα και πεζά (1964-1999), 2006

.

Άνοιξε του Μάρτη το νεφρί,
καταρράκτες ρίχνει στο Tirreno,
κάβο να φανεί δεν περιμένω
κι η πορεία πάντα δυτική.

Η γραμμή μου πάνω στον καιρό,
Ηράκλειες πάλι θα περάσω,
τί κι αν προσπαθώ να την ξεχάσω
τ’ όραμά της μπρος μου λυγερό.

Φέρμα· ο χρόνος μέσα στο μυαλό,
δάχτυλα που παίζουν με σφιλάτσο,
ήτανε μαγκιόρο το στραπάτσο
κι αν περάσαν χρόνια δεν ξεχνώ.

Βγήκε μια νυχτιά στον πηγαιμό
για ταξίδι που ’μελλε λογκάδο
από να σκοτώνω να τη θάβω
κάλλιο να τη βλέπω στο φτερό.

Κράτησε η μπόρα ξαφνικά.
Άνοιξ’ η θολούρα στο μυαλό μου,
το μεδούλι μες στο κόκαλό μου
ψιθυρίζει: «μήπως σ’ αγαπά;»

Τώρα στον ορίζοντα δειλά
βλέπω μιαν απούσα σιλουέτα
ώρα να μαζέψω την μπαρκέτα
φούντο ’κτώ κλειδιά τη δεξιά.

Το μπάρκο, 2005

.

Χαμένες σκέψεις, θλίψη γυαλί
δρόμος συρμάτινος ακροβατεί.
Τραγούδι η αγάπη, πλάνος ρυθμός
στο βάθος έστεκε ο χωρισμός.

Δεν έχεις γλώσσα, μονάχα μνήμη
ο αδελφός μπροστά σου δεν διακρίνει.
Θέριεψε ο αγέρας, λήθη καμία
εσύ φοβέριζες την ουτοπία.

Πέτρα σκληρή κι οξειδωμένη
εικόνα πίσω σου, μια γη καμένη.
Δεν σε χωρούσε η αγωνία
στη ζώνη χάιδευες μια λάμα κρύα.

Νυχτερινή άσκηση, 2005

.

Να σ’ ακούσω, πώς ;
να μ’ ακούσεις, γιατί ;
ό,τι αφήσαμε φως
μας πατεί.

Μη με χάσεις, φωνή
έχω γίνει νερών,
στα φαράγγια αντιχτύπημα
αετήσιων φτερών.

Μη με χάσεις, η αφή
είναι μνήμη και ηχώ
άλλου κόσμου.

Λάλον ύδωρ ξυπνώ
στο εννοσίγαιο βουνό
και βαθαίνει ο Πλειστός μου.

Η ασώματη, 1983

.

στον Νάσο Βαγενά

Λάδι της νύχτας. Μηνίσκος κοφτερό γυαλί.
Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Στο στήθος πυροβολισμός η πρώτη λέξη.
Παγώνει το αίμα, πέτρινο κλαδί.

Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο τραπέζι.
Από τα μέρη του θανάτου αν θες να φέξει
σμίξε με τις σκιές στο θέατρο που παίζει.

Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο στασίδι.
Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων
με τη σιωπή, Μενέλαε Σολεϊμετζίδη.
Άνοιξη· λύπη θαλερή στο βυθό των σωμάτων.

Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων.
Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Στο πατρικό σου με κερνούν μαύρο κονιάκ οι κάτω
και με κοιτούν αμίλητοι για ό,τι είναι να γίνει.

Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Φυτεύεις κήπους μουσικής για τους λαθραίους.
Στον τόπο αυτό πουλί δεν έχει μείνει.
Ο ουρανός πονά τους αρουραίους.

Λατομείο, 2002

.

Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.

Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.

Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.

Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.

Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.

Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Φύκια ’ναι τα στεφάνια της
κοχύλια τα προικιά της . . .

ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Φύκια κοχύλια νεκρά κοράλλια

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ


Οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.
Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει
(πού πας Ακριβούλα στον πάτο του σκότους;)
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι.

Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει.
Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι,
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα.

Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια.

Σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει.

Τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει
τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.

Σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κοιμούνται οι ψυχές μ’ αγκαλιά τον καημό τους.
Τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.
οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.

Ποίηση, τχ. 12, 1998