ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ / ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΦΑΣΣΗΣ, Ο Κατήφορος

23.10.2009

DSC06431a.

***

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――

Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ

.

Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ
θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…

ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»

.

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.

Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.

Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.

Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».

Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.

Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.

Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.

Ο Κατήφορος, 1986

Advertisements

2 Σχόλια “ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ / ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΦΑΣΣΗΣ, Ο Κατήφορος”

  1. stixakias Says:

    Υποκλίνομαι!
    Φαντάζομαι θα ακολουθήσουν και άλλα

  2. il Notario Says:

    Θέλει ρώτημα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s