.

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .

Ραγισμένο ταμπούρλο, 1991