.

Τι θλιβερό να χάνεται μια γλώσσα !
Να χάνεται μαζί της μέσ’ στα τόσα

Ό,τι στα ελληνικά λέμε «τι κάνεις;»
Ή «δος ημίν» ή «το καθήκι ο Φάνης».

Και πάλι όχι ακριβώς: μια γλώσσα είν’ άλλος
Σταθμός από τη δίπλα, εξίσου λάλος·

Τον σβήνεις αν κινήσεις τη βελόνα –
Μια κίνηση μικρή μα γλωσσοκτόνα . . .

Κλαίω για τα ελληνικά μα ποιος της χρήστης
Θα κλάψει και γι’ αυτήν, ποιος ποιητής της

Αληθινός, καθώς μικροί-μεγάλοι
Σ’ αυτήν ξενομιλούν; – εγώ και πάλι !

Εγώ και πάλι, αφού ποιητής δεν είναι
Δικός της να την κλάψει, ακούστε τήνε

Κι ας μην καταλαβαίνετε· σας λέει
Γι’ αγάπες, για θανάτους και για κλέη –

Εγώ και πάλι, που θρηνώ το γνήσιο
Στον άθλιο τόπο αυτόν τον πιθηκίσιο !

Κοχυβαδάκια, 1994

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑΙ Ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ

Ο ένας μετέφρασε Ροΐδη,
ο έτερος Παπαδιαμάντη,
κι ο τρίτος τους τον Σολωμό
– όλους τους σε γλώσσα δημοτική.
Από πολλών ετών πια ξέρω ήδη
ότι κι άλλο ένα μας διαμάντι
μέρα-νύχτα μεταφράζει Βιζυηνό
–ομοίως στη γλώσσα τη νεοελληνική–
και ότι τόνε καίει φούργια τόση,
που όπου νά
ν’ θα τον εκδώσει.

Έκδοτος εγώ στην κακία, σχεδόν πεντηκοντούτης,
τέσσερεις εχθρούς είχα μόνο στα γράμματα,
κι είχα για τη γούνα ολωνών τους ράμματα . . .
Πείτε μου, πού ναν το φανταστώ, εντούτοις,
πως αντί τα κείμενά μου να τους σβήσουν,
ασβοί εκείνοι ζέχνοντες σε φιλολογικό πατάρι,
θε να μού
καναν, του καψερού, τη χάρη
όλοι να παν μαζί, παρέα, ν’ αυτοκτονήσουν ; . . .


ΕΥΧΑΙ ΕΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΝ

Αφού εξέμπλεξες με Νιόνιο Σολωμό και με Ροΐδη,
με Βιζυηνό Γεώργιο, ου μην αλλά και μπαρμπ-Αλέκο,
κι αφού τον μεν οίνον έκαμες κρασί, το δε όξος ξύδι,
με θαυμασμό διαβάζω σε τόντις ανυπόκριτο,
και de profundis της καρδίας μου σου εύχομαι:
«Άιντε, παιδί μου, γύρνα στ’ αθηνέικα, που ξέρεις,
Χριστόπουλο και Βηλαρά και, μ’ ό,τι άλλο έχουμε,
και του μαστρο-Βιτσέντζου το «Ρωτόκριτο»
– ε, κι ας κάμει κομμάτι υπομονή και ο Σεφέρης,
δεδομένου, μάλιστα, ότι προηγείται το πιλάφι
που θα μας-ε σερβίρεις, σεφ, να φάμε για Καβάφη.
»

Εκατόν δύο ματς, 2008

.

Είναι πολλοί γκουρού που απαγορεύουν
στους μαθητές το μέλλον ν’ ατενίζουν,
γιατί το μπλέκουν, λεν, μ’ αυτά που ελπίζουν,
κι από τη λίμνη-φάντασμα ψαρεύουν.

Τέτοια σκεπτόμουν, όταν ξαφνικά,
δεν ξέρω πώς, μπορεί και να
χε σχέση,
θυμήθηκα την πρώτη μου τη σχέση,
κι άρχισα να φωνάζω δυνατά:

«Ποιος παίζει πάλι Βʹ Εθνική
και θέλει ν’ ανεβεί κατηγορία; *
Φωστήρα μου, θα γράψεις Ιστορία,
δεν είναι παρελθόν η Ελληνική !»

Αουτσάιντερ και φόβητρο των πάντων,
Φωστήρα μας, φονέα των γιγάντων.

.

* Αρχή Αγωνιστικής Περιόδου 2003-2004.

Αγοράκια κοριτσάκια, 2004

.

Μάθετε να μιλάτε καλά ελληνικά !
Στην γλώσσα αυτή δικάζει ο Πανταχού Παρών.
Ήγγικεν οσονούπω η βασιλεία των ουρανών.
Κι εκεί, στου φοβερού κριτήριου τον χώρο,
ίσως δεν βρείτε μεσολαβητή και δικηγόρο,
αφού η Παναγιά μιλάει μονάχα εβραϊκά,
κι ο Παύλος τρέχει και δεν φτάνει, άρον-άρον,
την υπεράσπιση να κάνει πολυπληθών βαρβάρων.

Για τον καθένα οι Άγγελοι, σε απλή δημοτική
έγραψαν και κρατούν κιτάπια μ’ έπαινους και ψόγους.
Δεν είν’ λοιπόν ανάγκη σοφούς να πείτε λόγους.
Η γλώσσα του παππού και της γιαγιάς αρκεί.

Μέμφομαι τον αιώνα, 2001

.

Γράφει μια επαρχιώτικη διαφήμιση
(Για την προσέλκυση όχι ξένων μα Ρωμιών
Στο κέντρο λέει –στ’ αγγλικά–
«Το μπλε πετράδι»)
Sirtaki night κι εξηγεί Συρτάκι βράδυ.
Θαυμάστε γλωσσικό κι ανθρώπινο ποιόν
Ιδιαίτερα στο δεύτερό της ήμισυ !

Το δίλημμα είναι αμείλικτο και πρόδηλο·
Ποιοι ακόμα δεν το αντιλαμβάνονται και ποιοι
Μειδιούν στο ξένο το ερπετό καλοσυνάτα
Που πάει να γίνει του σπιτιού μας άλλη γάτα;
Λοιπόν· ή θ’ αφεθούμε να μας καταπιεί
Ή το χαλάμε – πύθωνα ή κροκόδειλο.

Κοχυβαδάκια, 1995

DSC06431a.

***

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――

Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ

.

Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ
θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…

ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»

.

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.

Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.

Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.

Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».

Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.

Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.

Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.

Ο Κατήφορος, 1986


.

Κάποτε ανήκω στη σιγή μου.
Άλλοτε, πάλι, στη μορφή μου.

Μα όταν στ’ αλήθεια φτερουγίζω,
χάος με αγγίζει και το αγγίζω.

Αχτίδες νυχτόβιες, 2009

.

Μερικοί περπατούν μόνοι τους σκυφτοί και μουρμουρίζουν.
Φτάνουν στις αποβάθρες και βρίζουν δυνατά τους αέρηδες.
Κάθε κακό που μας έτυχε τους το καταλογίζουν.
Κλείνουν τα μάτια και βλέπουν να τους περιτριγυρίζουν
μπουλούκια από επικίνδυνους, άξεστους και χασομέρηδες.

Μερικοί βαδίζουν, ξάστεροι κι αεράτοι, και σφυρίζουν.
Τεντώνουν τους δρόμους, τους δένουν φιόγκους ωραίους,
σαν κορδέλες, τους λύνουν, τίποτα δεν φαντάζει το ίδιο.
Κλείνουν τα μάτια τους και περιστρέφονται σ’ έναν ίλιγγο.
Ανακατώνεται η πόλη, δεν την αναγνωρίζουν – κι αρχίζουν.

Μερικοί πίσω από έδρες διορίζονται και διορίζουν.
Βάζουν στη σειρά τις μέρες κι ύστερα τις γεμίζουν
με επισκέψεις, με συναλλαγές, τελετές και κερατιές.
Πριν φύγουν, θα υπογράψουν της πόλης τη Βίβλο
για τις γενεές, με υπομνήματα που κοιτάζουν πίσω.

Μακρινός περίπατος στην Πάτρα, 2007

.

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .

Ραγισμένο ταμπούρλο, 1991

.

Μικρό παιδί είδες ένα βράδυ
σπείρα αγγέλων στη φεγγαρολουσιά
μέσα απ’ της νύχτας το μαγνάδι
σαν ασημένιο ρυάκι να κυλά
και στης αυλής σου το πηγάδι
να χύνεται σταλάζοντας κρυφά.

Τώρα όμως που μελετάς το μέλλον
στου έναστρου νερού τη λίκνιση
και σε μυστικούς ψαλμούς αγγέλων,
τώρ’ ακούς μόνο ανάλαφρη σιγή.
Τα σύμβολα από φως που εσύ διαβάζεις
σοβαρά, είν’ αστείο φεγγαριού
κι οι κουβάδες νοήματα π’ αδειάζεις
πέφτουν στον καταρράκτη του καιρού.

Ένα καλοκαίρι, 1986

Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη ;
Ένα κουπί ποιος φύτεψε σε θερισμένο κάμπο ;
Πουλιά το βλέπουν στεριανά και το περνούν για σκιάχτρο.
Πάνε δειλά πο πιο κοντά, το λένε λιχνιστήρι.
Κι ένας αετός που πέρναγε τον πιάσανε τα γέλια.
Καλά το είπατε πουλιά πως είναι λυχνιστήρι.
Λιχνίζει κύματ’ αρμυρά στ’ αλώνια του πελάγου.
Πίσω να πάει τ’ άχερο μπροστά ο καρπός να πέσει,
Πίσω να παν μέρες πικρές, μπροστά να δεις πατρίδα.
Τ’ ονοματίζουνε κι αλλιώς : του καραβιού φτερούγα.
Κι όσοι θαλασσοδέρνονται το λεν δεξί τους χέρι.
Μ’ αυτός που τό φερ’ ώς εδώ στον ώμο κουβαλώντας,
Όσο μπορούσε πιο μακριά π’ τη θάλασσα τη χέρσα,
Και τό μπηξε βαθιά σε γης π’ αδιάκοπα γεννάει,
Το λέει σταυρό στο μνήμα του : εκεί να τόνε θάψουν.

Ο νερόμυλος, 1998

.

Μνήμη Ευθαλίας Γεράση

Σε πρόλαβε η Αυγή στο δρόμο ζαλωμένη
Λίγο-λίγο λιγόστευε το σπίτι η πείνα
Η  λειψή ζωή μας πήρε παράταση ένα μήνα
Απ’ την εικόνα: «Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη»

Άδειασε το εικονοστάσι το θαμπό καντήλι
Τσιτσιρίζει στο σκοτάδι δίχως στάλα λάδι
Οι συμφορές περίσσεψαν καλπάζουνε ομάδι
Τα δάκρυά σου δέν χωράνε στο μαντίλι

Ο πόνος δεν χωράει στην καρδιά σου
— Η πέτρα που ξαπόσταινες μονάχα σε θυμάται —
Η Ρουψιά* λαχτάρα κι έγνοια σου κοιμάται
Στην αγκαλιά της καταχνιάς και στη ματιά σου

Μπουμπουκιασμένη Άνοιξη στα δέντρα κρεμασμένη
Μαύρα κοτσύφια στης αυλής τις άσπρες πλάκες
Οι δρόμοι που μας πήρανε σπαρμένοι νάρκες
Κι η Λευτεριά στο μέλλον ανατιναγμένη.

* Χωριό του Πωγωνίου Ηπείρου

Τα λαβωμένα, Απρίλιος 1996

.

Δεν ήταν η μορφή μα η απουσία
το μεταφυσικό της άρωμα
στο φως, η ασώματη αφή·
δεν λέγεται Σαπφώ ή Σοφία
μα τ’ όνομά της ήταν ήδη εκεί.

Εις ύστερον έρωτα, 1985

.

Είναι το νάυλον πολύ. Που με κυκλώνει.
Τα φράγκα πάντα λίγα, κομμένα τα φτερά
κι ό,τι αγάπησα τρελά, στον πάτο με κρατά.
Ζωή. Σκληρός ανήφορος, που δεν τελειώνει.

Αδάμαστη ήταν η ψυχή, μια κίνηση με πάθος·
όλες τις πόρτες μου άφηνα σκοπίμως ανοιχτές
νά
βρουν οι άλλοι υλικό να κλείσουνε πληγές.
Κι αφού όλα τ’ αρπάξανε κατάλαβα το λάθος,

αφοπλισμένος πέρασα απ’ την πλευρά την άλλη
που βρίσκει ελαφρυντικά στις πράξεις και τα λόγια
και καρτερεί με υπομονή μπροστά απ’ τα ρολόγια
με εκλογές και βήματα αργά, το άχτι της να βγάλει.

Μα η ευκαιρία, μια φορά, άοπλη σε γουστάρει
κι άμα τη χάσεις μια φορά, για πάντα είσαι χαμένος
άβουλος μέσα στη σιωπή, στην άκρη ξεχασμένος
προσμένοντας το θάνατο νά
ρθει και να σε πάρει.

Σιγή ασυρμάτου, 2005

.

Δύναμαι τ’ άστρα της θωριάς και τ’ άστρα του θανάτου.
Τρία υπομένω γιατρικά και τρία σακατηλίκια·
τρεις είν’ οι λάμψεις του φιδιού και τρεις οι περιστέρες :
μια το μυαλό μια η ζωή και μια ο έρμος κόσμος.
Τριάντα μέρες έσκαβα τη γη με το βελόνι,
βρήκα τ’ αθάνατο νερό τη δίψα να πυργώνει,
Κ’ είπα και χασμουρήθηκα πριχού να κλώσει ο ήλιος :
Ο χώρος είν’ αγκάλιασμα κι ο χρόνος λεφτοκάρυ
κι ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι.
Σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . –  –  – .σχεδόν Τα Τείχη.

Αναμνηστική λήθη, 1982

.

Σκούζουν κοράκοι, τα κωφάλαλα κρωξίματα
που απ’ ίσκιο τρόμου απλώνονται σ’ όλα τα μέρη.
μη σέρνεις, λύματα, τ’ αμαρτωλά σου βήματα,
στην επικράτεια που δε φέρει μεσημέρι.
αρνήσου τα δαιμονικά κρυφογνεψίματα,
τα μολυσμένα αρτύματα που σου προσφέρει.
θυμήσου ποιος περιπατεί πάνω στα κύματα,
κι είναι η καρδιά του αιματωμένο περιστέρι,
χέρι, που διώκει δόλους και φτενά κλεψίματα,
ποιος σφάζει τη θεότητά του κι υποφέρει.
οικεί σε ποιήματα κι υψόμετρα και κλίματα
που κελαηδεί κορυδαλλός και πνέει τ’ αγέρι,
και σβήνει του διαβόλου τα κακά ταξίματα
με το ν’ ανάφτει τον σταυρό του λιανοκέρι.
κι οίνο κερνάει την ανθρωπότητα απ’ τα κλήματα
που κάρπισαν στο σώμα του, όλο καλοκαίρι.

Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, 2004

.

Μάτια oξιάς που στα κρυφά επουράνια ανάψανε
εγώ μονάχα για να τα φιλήσω·
χείλη δροσιάς που παραμίλησαν, τραγούδησαν και πάψανε
τον λόγο, στην ακέραια λέξη να τα κλείσω.

Πλάτη, σαν τόξο που θανάσιμο τανύζεται,
φαρμακωμένο βέλος που επάνω του έσυρα τη γλώσσα·
μπράτσα γυμνά, που σαν καμάρες το άκτιστο γεφύρι κτίζετε,
για του παραμυθιού τα λίγα και τα τόσα.

Χάνι, που κουρασμένος στρατοκόπος ύψωσα,
να πιω στα στήθη σου, χάλκινες κούπες, καμπανίτη·
κι ω η κοιλιά ! που γλύπτης ταπεινός το πρόπλασμά της γύψωσα,
για να το στήσω άγαλμα χρυσελεφάντινο, στο αδειανό μου σπίτι.

Πλέγμα εφηβαίο, μέταξα, φτερό, βελούδο που πολιόρκησα
όλη τη νύχτα των νυχτών, κι ήταν χαμένη η μάχη·
λάδι του σώματος, που φώτιζες λαμπρό και σ’ όρκισα
παντοτινά για μας να καις — και μείναμε μονάχοι.

Μηρών καστέλια, που γι’ αυτά χίλιους ρηγάδες πάλεψα και νίκησα,
να τα χορτάσω, μια στιγμή να
ναι καταδικά μου·
σάρκα της γάμπας, που για χάρη σου τη σάρκα μου αδίκησα,
σφυρά, που
στε τα νικηφόρα στέφανα του γάμου.

Και των ποδιών σου οι φάλαγγες, οι ανθρωποβόρες σάρισες,
που βαπτιστήκαν στο πηχτό, ληγμένο μου αίμα·
κι ό,τι αέναο πουλί μού έταξες και πρόσκαιρο μου χάρισες —
να τελειωθεί μέσα στου λιγοστού χαδιού το ψέμα.

Φεβρουάριος 2001, 2002

.

O χρόνος έφτασε,
το φως να φύγει·
ψυχής κυνήγι
δεν έχει πια.

Γέρνεις, αγάπη μου,
μες στο σκοτάδι·
κάτι από χάδι
και σκοτεινιά.

Ρόδο της μοίρας μου,
δειλό χεράκι,
να
ρθείς λιγάκι
βουβό φιλί.

Συγχώρα, αγάπη μου,
αυτή την ώρα,
γεμάτη δώρα
που μ’ εγκαλεί.

Νύχτα θαμπή, ανεξήγητη,
θυμού θα μας σκεπάσει·
άρρυθμη αδειάζει η πλάση,
και λίγη η προσευχή.

Και ίσως να πεις, καρδούλα μου
τα λόγια που δεν ξέρω·
τον πόθο να προφέρω,
μια λέξη μαγική.

Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, 1998

.

Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω
τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.
Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-
νε μ’ ένα «μάνα» στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο

με μηχανοδηγό τυφλό που χει βοηθό του
πανέμορφη, φρικτή την τύψη των ανθρώπων,
στη μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.
Του παντοαδύναμου γαμώ το κέρατό του.

Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα·  ελάτια, πεύκα·
κι εν τέλει εδώ θ
ανθίσει ρόδο η δικαιοσύνη·
θα
ρθεί ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνει·
και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.

Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
να με φέρει σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

Πράξη υποταγής, 2000

.

Εις μνήμην Ηλία Λάγιου,
για τα 4 έτη από το θάνατό του

Τέσσερα χρόνια – με κοιτάς, Ηλία
(από ψηλά, απ’ τη θεία ανυπαρξία)
και χαίρεσαι – το ξέρω πια καλά.

Ηλία, ακούς; Σου έχω ωραία νέα
τους άλλους γνώρισα, είμαστε παρέα.
Στο Δίκτυο ενωθήκανε μυαλά.

Και γράφουμε, ανταλλάζουμε όλο στίχους
πλημμύρισα απ’ τους μέσα μου τους ήχους,
τα ποιήματα απαγγέλλοντας ξανά.

Τέσσερα χρόνια, εσύ μονάχα λείπεις.
Κι εγώ, υπογραμμός το παίζω, τύποις

δεν κλαίω, δεν σ’ αναφέρω, σιωπηλά

τραγούδια μοναχά σου αφιερώνω.
Στις πέντε Οκτώβρη, χρόνο με το χρόνο,
μνημόσυνο σου κάνω, στα χαρτιά.