ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ, Μετοργασμική μελαγχολία

22.09.2009


.

Το χέρι σου κατέβασε απαλά την πόσθη·
στο σκότος λάμπανε τα κόκκινά σου νύχια :
βαθιά pois electriques, σαν μάτια, που ώς τα μύχια
βουτάγαν μέσα της ψυχής να δούνε. Και εξώσθη,

έτσι, όποιο λάμπος άλλο από πιο μπρος εγνώσθη.
( Κρυστάλλωση ο Σταντάλ το ’πε, όταν είχε δει χια-
στί να διαγράφονται οι εγωτισμοί, και λάμψη αντήχει α-
περίφραστη στην κάμαρά του – τότε. ) Εντόσθι-

α αναδευθήκαν απ’ του χεριού το χάδι : η
Τοσκάνη πράσινη άνθει μες στο καφέ Λάτιο,
κι ας γίνονταν οι πράξεις τούτες εν Ελλάδι.

Δασάκι εφλέγετο πυκνό του γλυκανίσου
να θάψει τις φωτιές μου κάτω από το ιμάτιο
’κεί που συμβάλλονται με χάρη οι δύο μηροί σου.

Μα σαν επάψαν να ’ν’, μετά, όλα εκεί εν ποιήσει,
ανάψανε τα φώτα που ’χε η Κύπρις κλείσει·
και, εξίτηλα όλα, σβήσαν, που ’χε η φύση εμποιήσει,
βαθιά στης μελανής χολής την ύπνια κλήση.

Εκατόν δύο ματς, 2008

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s