.

Στ’ απόκρημνα του εβδομήντα, συνεχώς φυσά.
Αέρας γκρίζος ξερριζώνει την ψυχή σου.
Για τη σχισμή του χρόνου μού άφησες χρυσά
νομίσματα, αλάτι και νερό· μα εδώ, στου δρόμου τα μισά
αρχή και τέλος ένα με το κρύο της αβύσσου.

Ανοίγει αυλαία και σε σκονισμένο φως
ελληνικής ταινίας, πλέουν βουνά και σπίτια.
Στο καφενείο του χωριού που πέτρωσες μικρός
η τηλεόραση χιονίζει παραμύθια
να παίζει θεότυφλος ζητιάνος ο καιρός.

(Εκείνος που κατοίκησε φωτογραφίες παληές
όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια
και κλείδωναν τις μουσικές, μα μέσα από τα τζάμια
τού γδύνονταν η θάλασσα πίσω από τις ελιές,
που στράγγιξαν τα χρόνια του στις άγριες αγκαλιές —

έφαγε στάχτη του πρωινού και θράκα της σελήνης
τα πήρε στο κρανίο του, τον έδεσε η σιωπή
— μια λέξη για κρασάκι του, μια λέξη για ψωμί —
όμως εκεί που φύτρωσες κεράκι πώς θα γίνεις
το γράψανε τα σήματα που ντύνονται οι σφυγμοί.)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Μέσα σε ονείρου φυλλωσιά, κολυμβητής χλωμός
προς την Κυψέλη τ’ ουρανού, αργά περνώντας σβήνεις
και πέφτουνε τα γράμματα. Το παγωμένο φως
κι ο ανήκουστος Γενάρης. Ο λερός καπνός.
Στους βάλτους του ενενήντα τρία φυσά και πώς να μείνεις.

Λατομείο, 2002