.

Κορίτσι μου, άκου συμβουλή που κατηχεί :
στο δόσιμο πιο λάσκα να ’σαι. . . κι άλλο ακόμα.
Σωματικά αγαπώ με πάθος την ψυχή
και ψυχικώς λατρεύω ολόθερμα το σώμα.

Η αγνότης τη λαγνεία δεν μειώνει, κι όλο
χορτάτη πείνα θα ’θελα να με κατέχει.
Κι η αρετή διαθέτει –να το ξέρεις– κώλο,
αλλά κι ο κώλος μι’ αρετή –όσο νά ’ν’– την έχει.

Αφόταν γίνηκε ο θεός ο Δίας κύκνος
στου ντροπαλού να πέσει κοριτσιού το χάσμα,
η γλύκα με τον πόνο ενώθηκαν κι επύκνωσ’
ο πόθος ’κείνο που είν’ το κύκνειό μας άσμα.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2009

.

« Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι –
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν’ ακούσεις – »
. … .     . ………………………..
τί ν’ ακούσω, τί να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
« Ο νους σου στο μουνί – »
……………… . ……..  … …….. ….. .
.ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.

Και κάτω απ’ την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ’ την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος – θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ’ άλλα θα
ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ’ ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα ναι το γαμήσι.

Αν κάποιος αγαπήσει μια γυναίκα,
το σώμα μιας γυναίκας ή κι ακόμη
μέρος του σώματός της ( αυτό μόνο
ένας αληθινός ηδονοθήρας
είναι σε θέση να το καταλάβει ),
μπορεί να εγκληματήσει, να σκοτώσει
τη μάνα, τον πατέρα, τα παιδιά του·
ο Πούσκιν είχε πάθος με τα πόδια
των γυναικών κι έγραψε στίχους· άλλοι,
χωρίς να γράφουν στίχους, δεν αντέχουν
να τα κοιτάξουν καν με ηρεμία

( Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ ).

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας –
αυτό ποθώ, δεν το
κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας : το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ’ άλλα.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε ! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
— ανάγκη δεν σας έχω. . . μήτε χρεία μου !

Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα :
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
— κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως — κοντά στο νου κι η γνώση.

Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω !
Η τέχνη του άντρα λέει : γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια : να γελάω, όταν χύνω !

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάουνα και συνουσία,
μτφρ. Γiώργος Κεντρωτής, 2005

.

Υπάρχουνε και άλλα μυστικά,
…………………μα τί να πω. . . προσωπικώς αιδούμαι.
Η Αφροδίτη, όμως, με καλεί :
…………………«Είναι δουλειά μας, πρέπει να τα πούμε !»
Βρες μόνη τα μεγάλα σου ατού,
…………………το σώμα σου καλά να το σπουδάσεις·
το σώμα είναι καθοριστικό –
…………………όσες γυναίκες, τόσες και οι στάσεις.
Αυτή που έχει όμορφο «ανφάς»
…………………πρέπει να προτιμά την ύπτια θέση·
η άλλη να ξαπλώνει πρηνηδόν –
…………………αφού λόγω οπισθίων μας αρέσει.
Οι γάμπες, αν τυγχάνουν τορνευτές,
…………………να είναι ορατές εκ του πλησίον·
αυτή η στάση είναι πιο γνωστή
…………………ως «στάση Αταλάντη-Μελανίων».
Το «ιππαστί» ταιριάζει στις μινιόν·
…………………η Ανδρομάχη, δίμετρη περίπου,
δεν πήρε με τον Έκτορα ποτέ
…………………την στάσιν αναβάτου και εφίππου.
Αν έχεις λυγερή κορμοστασιά,
…………………δώσε μας πλήρη θέα, ξεδιπλώσου :
να είσαι βασικά γονατιστή,
…………………με ελαφρά γερμένο τον λαιμό σου.
Έχεις γλουτούς και στήθη σφριγηλά ;
…………………Ξάπλωσε άνετα και γύρισε στο πλάι :
το παλικάρι που έχεις στο πλευρό
…………………να σηκωθεί καθώς θα σε κοιτάει.
Και προπαντός μην είσαι ντροπαλή·
…………………χαλάρωσε και λύσε την κορδέλα,
κι άσε να πέσει κάτω το μαλλί –
…………………όπως και τα γνωστά φωτομοντέλα.
Μπορεί, βεβαίως, λόγω τοκετού
…………………να σ’ έχουνε ραγάδες χαρακώσει·
η λύση είναι μια : μεταβολή !
…………………Στρέψε τα νώτα εν τοιαύτη περιπτώσει.
Των στάσεων ουκ έστιν αριθμός·
…………………αλλά ο άνετος και άνευ κόπου έρως
προϋποθέτει ύπτια αναστροφή,
…………………πλην γέρνοντας προς το δεξί το μέρος.
Ξέρω τα πάντα για έρωτα και σεξ
…………………και η διδαχή μου υπερέχει όλων·
κανένας δε γνωρίζει όσα εγώ –
…………………ούτε οι μάντεις ούτε κι ο Απόλλων.
Η μέθοδός μου είναι ασφαλής
…………………διότι είναι προϊόν μεγάλης πείρας·
υπάρχει και απόδειξη γι’ αυτό –
…………………το σύγγραμμα που έχετε ανά χείρας.
Χαλάρωσε κι απόλαυσε βαθιά
…………………του έρωτα τη γλύκα και τη χάρη·
κοινή θα πρέπει να ’ναι η ηδονή
…………………και δίκαια μοιρασμένη στο ζευγάρι.
Και δε θα παραλείψεις, ασφαλώς,
…………………γλυκόλογα απαλά να ψιθυρίσεις,
νάζια και βογγητά ηδονικά –
…………………και άσεμνα αισχρόλογα, επίσης.
Ακόμη κι αν δεν είσαι οργασμική
…………………( καθότι ούτω θέλησε η φύση ),
προσπάθησε να βγάζεις στεναγμούς,
…………………ωσάν αλήθεια να ’χες τερματίσει.
( Εν παρενθέσει, είναι τραγικό –
…………………είναι, θα έλεγα, υψίστη αδικία
όταν το όργανο αυτό δε λειτουργεί
…………………και έχει τοπική αναισθησία. )
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή·
…………………δεν πρέπει να φανεί πως είναι ψέμα·
πρέπει γι’ αυτό να είσαι πειστική –
…………………με τις κινήσεις, πάντα, και το βλέμμα.
Κραύγαζε και ανάσαινε βαριά,
…………………κάνε πως νιώθεις ηδονή και πάθος –
υπάρχουν κι άλλα κόλπα μυστικά. . .
…………………αλλά εγώ δεν είμαι πορνογράφος.
Αλλά γυναίκα που μετά το σεξ
…………………ζητάει πριμ από τον σύντροφό της
τον εαυτό της σίγουρα αδικεί. . .
…………………της λείπει γενικώς η σοβαρότης.
Εν κατακλείδι : τράβα τον μπερντέ·
…………………προς τί το φωτισμένο το κρεβάτι ;
Δεν είσαι μανεκέν ούτε θεά –
…………………ενδείκνυται να ’χεις κρυμμένο κάτι.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Τρίτο, στ. 769-808,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Και τώρα ιδού η τελική σκηνή :
…………………οι παρτεναίρ ξαπλώνουν στο κρεβάτι.
Η πόρτα κλείνει· φεύγουμε εμείς·
…………………δε θέλουν θυρωρό και επιστάτη.
Αρχίσαν ερωτόλογα γλυκά·
…………………δεν περιμένουν οδηγίες από μένα·
ξέρουν αυτοί τον ρόλο τους καλά,
…………………δε μένουν με τα χέρια σταυρωμένα.
Μονάχη βρίσκει δρόμο η αφή
…………………–περί αυτού καμιά αμφιβολία–
τα δάχτυλα θ’ αγγίξουνε κρυφά
…………………αυτά που λέμε «ευαίσθητα σημεία».
Ο Έκτωρ, πολεμάρχος περιωπής,
…………………έκανε τέτοια ακριβώς στην Ανδρομάχη·
και στο κρεβάτι υπήρξε μαχητής
…………………με επιδόσεις, όπως και στη μάχη.
Ομοίως και ο μέγας Αχιλλεύς·
…………………εγύριζε από τη μάχη πτώμα,
πλην ήτο ευτυχής η Βρισηίς –
…………………της έκανε πολλά πάνω στο στρώμα.
Αλλά κι εσύ, κορίτσι μου, ρωτώ,
…………………το ανεχόσουν που σε ακουμπούσαν
τα χέρια που στο αίμα των παιδιών
…………………της ένδοξης Τρωάδας κολυμπούσαν ;
Εκτός και αν σε άναβε ειδικώς
…………………( αυτό μονάχα ο Όμηρος το ξέρει )
που νικηφόρα χέρια στρατηγού
…………………πασπάτευαν τ’ απόκρυφά σου μέρη.
Σημειωτέον, η απόλαυση του σεξ
…………………δεν επιτρέπεται να είναι εσπευσμένη·
πρέπει, αντιθέτως, να ’ναι ενδελεχής,
…………………μακρόσυρτη και παρατεταμένη.
Θα ανιχνεύσεις αρχικώς περιοχές
…………………όπου το άγγιγμά σου της αρέσει
και θα εγκύψεις σε αυτές επιμελώς –
…………………εδώ αναστολές δεν έχουν θέση.
Κάν’ το αυτό κι αυτόματα θα δεις
…………………τη φλόγα που στο βλέμμα της θ’ ανάψει
σα γάργαρο νερό που αντανακλά
…………………του ήλιου τις αχτίνες και τη λάμψη.
Θά ’ρθει μετά ψιθύρισμα απαλό,
…………………παράπονο ανάμεικτο με νάζι
και θα σου πει λογάκια πονηρά,
…………………ενώ ηδονικά θ’ αναστενάζει.
Προσέχουμε και τον συντονισμό·
…………………πρέπει κι αυτή να σου κρατά το ίσο
και αντιστοίχως φρόντισε κι εσύ
…………………την κοπελιά να μην αφήσεις πίσω.
Το νήμα να το κόψετε μαζί·
…………………η ηδονή ποτέ δεν είναι πλήρης
εκτός και αν οι δύο παρτεναίρ
…………………τελειώσουν ταυτοχρόνως και κλινήρεις.
Επέμεινα στο θέμα του ρυθμού :
…………………τέμπο αργό θα συνιστούσα μόνο
αν είναι ασφαλές το ραντεβού
…………………και διαθέτεις άνεση και χρόνο.
Εάν ο χρόνος, πάλι, δεν αρκεί,
…………………τότε το πράγμα προφανώς αλλάζει :
τότε το παίζεις πρόσω ολοταχώς
…………………και σανιδώνεις πάραυτα το γκάζι.

 

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Δεύτερο, στ. 703-732,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

12189775_448776558643923_8256396098512878517_n

.

M’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.
Αυτή
ναι η τελευταία μου παρτίδα.
Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.
Τσιπ.
Κι εκατό. Κι άλλα εκατό. Τα είδα.
Διαβάσατε τί γράφει η εφημερίδα ;
Σκοτώσαν τη Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.
Έφυγε για να βρει κι αυτή πατρίδα.
Να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Την πήδηξα. . . λοιπόν, το εξηνταδύο.
Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι
τότε.
Θα μπω. Σκαστός από τ’ Ωδείο
( η μάνα επέμενε να πάω )∙ λιγάκι
δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι
κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της. . .
Θεέ μου, τώρα το λιώνει το σαράκι.
Μα ας πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.
Πάσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι
το
κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο
τον Πέτρο.
Ρέστα μου. Την έχεις στήσει.
Πάσο ταχέως.
Τα βλέπω. Κάποια δύση
την πήρα, του πενήντα. Νά, η μορφή της !
και ντάμες τρεις. Καρέ. Σ’ έχω κερδίσει.
Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.

Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,
σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα∙
κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων
ν’ αριθμηθεί. Ως λαλεί μικρός προφήτης
και καταπαύει την επίγεια τρέλα,
να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ τη βάφτισαν μα τη φωνάζουν Εύη
Μια χωρισμένη που
χε πριν κάποιο μυστήριο Τσέχο.
Δυο χρόνια που τη χαίρομαι· με πάθος και με δόλο
Θέλει δεν θέλει την κρατώ, πουτάνα μου την έχω.

Της χωρισμένης το φιλί, που λέει και το τραγούδι,
Εγώ το γεύτηκα, εγώ και θα τ’ ομολογήσω.
Κι όχι μονάχα το φιλί της χωρισμένης όλα
Θα ομολογήσω και θα πω τα μπρος και τ’ από πίσω.

.

ΣΑΝ ΜΙΑ ρεκλάμα είν’ όμορφη, με πρόσωπο π’ αλλάζει
Κατά το φως, το μακιγιάζ, κατά το εφφέ που θέλει·
Θαρρείς πως έχει συλλογή μελετημένων ρόλων
Που από το πρόσωπο περνούν στο σώμα και τα μέλη.

Και τη λατρεύω έτσι ψηλή με το γεμάτο στήθος
Με τους γοφούς τους στρογγυλούς πάνω σε μπούτια στέρια,
Με τη λεκάνη τη φαρδιά και τη φυρή τη μέση·
Μα όσο σε μέρη τη διαιρώ, τόσο τη θέλω ακέρια.

Έπειτα, πάνω στου έρωτα την πιο εναγώνια φάση
Τόσο είν’ ασπόνδυλη φορές η θηλυκότητά της,
Ώστε εξισώνω τους γλουτούς ας πούμε με τα στήθια
Ή τις εκτάσεις της κοιλιάς συγχύζω με της πλάτης. . .

.

ΑΡΧΕΣ ΟΤΑΝ βρισκόμασταν σε σπίτι ή παρέα
Που φλυαρούσε κι έπαιζε την έπαιρνα ιδιαιτέρως
Και της μιλούσα ερωτικά κι αυτή να κοκκινίζει
Να τρέμει μη μας δουν, να λέει πως «δεν είν’ αυτό μέρος».

Συγχρόνως κάθε μου φιλί κάθε επιμέρους χάδι,
Στη μέσα μου επαφή τ’ αστού και του λυμένου κτήνους
Ήταν για μένα μια ένοχη κι αβυσσαλέα πράξη
Μ’ απρόβλεπτες συνέπειες κι αδιόρατους κινδύνους.

.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ τα μπούτια της σαν είπα να μου δείξει
Η στύση κόντρα στο βρακί μου
κανε τέτοια ζόρια,
Ώστε όταν τέλος τ’ άνοιξα κουμπί-κουμπί μ’ ελπίδα
Απ’ τη λαγνεία μού
φυγε μεμιάς η στενοχώρια.

Όμως σαν θέλησα να της σηκώσω το φουστάνι
Στάθηκε τόσο ανένδοτη που μ’ έκανε να κλαίω·
Και μόλις μπόρεσα να ιδώ με δυνατή προσπάθεια
Από τα πόδια τ’ άσπρα της κάτι το φευγαλέο. . .

.

ΓΙΝΟΤΑΝ βέβαια πιο εύκολη βδομάδα τη βδομάδα·
Αλλ’ άργησε να μου δοθεί κι είναι φορές ακόμα
Που ξαφνικά εμποδίζεται κι η συστολή την κόβει,
Ώσπου να γίνει σταδιακά και πάλι γνήσια βρώμα. . .

.

ΣΥΝΗΘΩΣ με μια κίνηση μπροστά από τον καθρέφτη
Σηκώνω το φουστάνι της ψηλά μέχρι τη μέση·
Κι ενώ της ρίχνω από μπροστά στα μπούτια έχω τα μάτια
Στους δυο γλουτούς της που κρατώ και πλάθω όπως μ’ αρέσει.

Κάποιου παράδοξου χορού σαν να μαστε ζευγάρι
Κρατιόμαστ’ έτσι αγκαλιαστοί· μα η μουσική κι αν λείπει
Γι’ αυτόν που απ’ έξω στέκεται και βλέπει τις κινήσεις
Μέσα μας παίζει με ρυθμό χορού το καρδιοχτύπι.

Σαν έμβολο το πέος μου στη σμίξη των ποδιών της
Με χαμηλά αγκομαχητά το μπήγω, το ξεμπήγω·
Αλλά καθώς αισθάνομαι να πλησιάζει η ρεύση
Με σύνεση την απωθώ κοφτά στο παραλίγο.

Γδύνεται τότε μ’ ένα στυλ θαρρείς για να επιδείξει
Σ’ όλους κυλότα και σουτιέν, από καθάριο ατλάζι.
Με στύση και με χαύνωση μισόγυμνη τη βλέπω
Κι ο πόθος μου απαιτητικός με σπρώχνει και με βιάζει.

Το χέρι προχωρώ συρτά, προειδοποίηση σάμπως,
Πάνω στη σμίξη των μπουτιών· κάνω πως περιμένω·
Ξέρει πως δεν ξεφεύγει πια κι ανέχεται να λύσω
Με τ’ άλλο χέρι το σουτιέν το δυσκολοδεμένο.

Το πρώτο στο αναμεταξύ φιλήσυχο απομένει
Σαν κόσμημα αποκρουστικό στη μέση από βελούδα
Ή μετά μάταιο πιάσιμο χρημάτων και βιβλίων
Σαν να
βρε τέλος λούλουδο κι έγινε πεταλούδα.

Τα δάχτυλα άνεργα κρατώ για λίγο κι επιπόλαια
Στην ίδια θέση κι ύστερα ποθώ να τα κινήσω·
Αν και ψευταντιστέκεται και μου ψευτοδιπλώνει
Ξέρει καλά πως είναι αργά για να γυρίσω πίσω.

Απ’ το σουτιέν υδράργυρος ξεχύνονται τα στήθη
Και τον ρουφώ, τον σπαταλώ με χέρια και με χείλια·
Ζει σε μεγάλο πυρετό, σε μια παράνοια ο νους μου
Κι όσο ποτέ μου ζωντανός αισθάνομαι απ’ τη ζήλεια.

Και τη δαγκώνω, τη χτυπώ, τη βρίζω δίχως λόγο
Καθώς τη βλέπω έτσι γυμνή με μόνο την κυλότα·
Το φως να σβήσω εκλιπαρεί, μ’ ασθμαίνω από κακία
Και την κυλότα τής τραβώ κι ανάβω κι άλλα φώτα.

Αυτόματα το χέρι μου με δάχτυλα που καίνε
Αλλού γίνεται υποδοχή κι αλλού γίνεται σφήνα·
Αν κι όπως κείται ανάσκελα, γεμάτη σαν λεκάνη,
Σαν επιφάνεια είναι νερού τα κάλλη της εκείνα.

Από σημείο απόμερο πίνω κρυφά σαν σκύλος
Μ’ αισθαντικούς πλαταγισμούς κι ύστερα επιταχύνω·
Πιο λαίμαργα, πιο λαίμαργα
μου πιάνεται ώς κι η γλώσσα·
Μα δεν μπορώ ν’ αποσπαστώ απ’ το σημείο εκείνο.

Στο μεταξύ το χέρι μου τα στήθη της μαλάζει·
Φτάνει μέχρι το πρόσωπο· το ψηλαφώ, το πιάνω·
Κι ενώ επιμένει η γλώσσα μου, στα χείλη της στα μάτια
Το χέρι μου ένα τρυφερό παίζει συγχρόνως πιάνο.

Χυμώ ψηλότερα μετά μέσ’ στο βραχνά πώς βγαίνει
Στη γη πίσω απ’ τ’ ανθρώπινο ο καρχαρίας κυνήγι !
Και με τον αυτοματισμό του τίγρη του πελάγου
Το στόμα μου την κυνηγά, το σώμα μου τη σμίγει.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια
Πώς μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα !
Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες
Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα !

Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τί ναι η λίμα
Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε
Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί
· μ’ ακόμα γεια χαρά σας
Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε ! . . .

Τι κωμική που ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια !
Πού το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος !
Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,
Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος !

Με τα δυο πόδια της ψηλά στους ώμους μου βαλμένα
Πώς φαίνεται αξιοθρήνητη, παραιτημένη πλέρια

Σαν κάποιον που όσο μπόρεσε κράτησε μα στο τέλος
Με καταισχύνη σήκωσε ψηλά κι αυτός τα χέρια ! . . .

Μα νά που αργά το σώμα της αρχίζει να σαλεύει,
Να ζωντανεύει, ν’ αντιδρά, να σφίγγει νευρωμένο.
Σαν ψάρι απ’ έξω απ’ το νερό πηδά κάτω από μένα·
Στο πιο ψηλό το πήδημα κι εγώ το περιμένω.

Στο πιο ψηλό το πήδημα βγάζει κραυγή αγωνίας
Καθώς με πέος αντίδρομο ζητώ να την ξεκάμω·
Κι ύστερα πάλι αποχωρεί σαν ψάρι στον αέρα
Που στην επόμενη στιγμή ψοφά και πέφτει χάμω.

Απάνω της πέφτω κι εγώ σαν το δρομέα στο νήμα
Που απ’ την εξάντληση ξεχνά την ίδια του τη νίκη.
Τώρα σαν δυο πολεμιστές βαριά τραυματισμένοι
Μένουμε σωριασμένοι εκεί σε πρόσκαιρη συνθήκη. . .

Ωσότου νά τη απ’ την αρχή με το κορμί δραστήριο
Π’ αναγυρνά με νόημα στα τέσσερα και νά
τη
Που περιμένει ακίνητη σαν γυμνασμένη σκύλα
Νά
ρθω από πάνω της αισχρά, να της ριχτώ απ’ την πλάτη.

Μια τόση αλήθεια αδιαντροπιά, τόσο απροκάλυπτο αίσχος
Δεν είδα ούτε στα πλάσματα, δεν είδα ούτε στ’ αγρίμια·
Γιατί τουλάχιστον αυτά στα τέσσερα που πάνε
Με την ουρά σκεπάζουνε της τρύπας τους τη γύμνια.

Στη στάση αυτή που συνεχώς τη δείχνει κι άλλο πράμα
Καθώς μ’ αγκώνες καταγής τινάζει τους γλουτούς της
Και με κρυμμένο πρόσωπο καταμεσίς στα χέρια
Είναι ό,τι θες, ό,τι ποθείς: χίμαιρα, σφίγγα, πούστης.

Τί δεν θα δίναν να τη δουν οι θλιβεροί, οι καημένοι
Ανώτεροί της και λοιποί στη χαζοϋπηρεσία

Στάση που απ’ το πρωτόκολλο διαφέρει του υπουργείου
Τόσο που μόνο ποιητική το πιάνει φαντασία !

Χαιρέκακα στο πείσμα τους λοιπόν την ανεβαίνω
Κι αισθάνομαι από κάτω μου τ’ ωραίο της πηγαινέλα
Και σκύβοντας στον τράχηλο την πιάνω από τα στήθη
Κι ακάθεκτος την οδηγώ στην ποίηση και στην τρέλλα. . .

Σε λίγο σαν δυο ναυαγοί μετά από το ναυάγιο
Δυο σκόρπια είμαστε σώματα, δυο ανθρώπινα σκουπίδια
Στην αμμουδιά του κρεβατιού, ξένα αναμεταξύ τους
Ώσπου ν’ αρχίσουν εξαρχής σύντομα πάλι τα ίδια. . .

Γιατί όσο κι αν τη χαίρομαι, όσο αν περνάει ο χρόνος,
Όσο αν την έχω κατοχή και κτήμα μου την Εύη,
Το σώμα μου απ’ το σώμα της
στήθη, μασχάλες, πόδια

Όλο και πιο παράλογα και πιο πολλά γυρεύει.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)

.

— Ιουλία με βάφτισαν, μα με φωνάζουν Τζούλια,
— Όνομα εξαίσιο και ποίηση γεμάτο !
Παίζουν τ’ αρχίδια του γκρανκάσα ήδη στακάτο
Κι ο δόλιος πούλος του σφηνώνεται στην Πούλια.

Τη ραίνει στίχους με παγέτες και ζουμπούλια,
Ουρανομήκους λυρισμού, περίσσιου πάθους.
Αχ, να γαμήσει εσπευσμένως, άνευ λάθους,
Μην μπλέξει άκων με κουφέτα και με τούλια.

Γλυκογκαβίζοντας εκείνη γουργουρίζει,
Με μυροστάλαχτη φωνή του ψιθυρίζει,
Ενόσω σκέφτεται αφροδίσια και λοιμώξεις

(Ψυχή και πνεύματι σαφώς του ναι δοσμένη) :
Καμιά καπότα, αγαπούλα μου, σου μένει ;
Αλλιώς, την κάνω και σ’ αφήνω μ’ ονειρώξεις.

Δέκατα, τχ. 18, 2009


.

Το χέρι σου κατέβασε απαλά την πόσθη·
στο σκότος λάμπανε τα κόκκινά σου νύχια :
βαθιά pois electriques, σαν μάτια, που ώς τα μύχια
βουτάγαν μέσα της ψυχής να δούνε. Και εξώσθη,

έτσι, όποιο λάμπος άλλο από πιο μπρος εγνώσθη.
( Κρυστάλλωση ο Σταντάλ το ’πε, όταν είχε δει χια-
στί να διαγράφονται οι εγωτισμοί, και λάμψη αντήχει α-
περίφραστη στην κάμαρά του – τότε. ) Εντόσθι-

α αναδευθήκαν απ’ του χεριού το χάδι : η
Τοσκάνη πράσινη άνθει μες στο καφέ Λάτιο,
κι ας γίνονταν οι πράξεις τούτες εν Ελλάδι.

Δασάκι εφλέγετο πυκνό του γλυκανίσου
να θάψει τις φωτιές μου κάτω από το ιμάτιο
’κεί που συμβάλλονται με χάρη οι δύο μηροί σου.

Μα σαν επάψαν να ’ν’, μετά, όλα εκεί εν ποιήσει,
ανάψανε τα φώτα που ’χε η Κύπρις κλείσει·
και, εξίτηλα όλα, σβήσαν, που ’χε η φύση εμποιήσει,
βαθιά στης μελανής χολής την ύπνια κλήση.

Εκατόν δύο ματς, 2008

 

.

Στη Μούσα

Η καύλα το χυδαίο εξευγενίζει
υψώνει το μουνί ώς το αιδοίο
κι η πούτσα μου ένα κάνει το δύο
κάθε υποδοχή σου όταν ξεσκίζει.

Από το θα σε χύσω ώς το χύνω
μεσολαβεί διάστημα με μέλι
κι ας έρθει να το γλείψει όποιος θέλει
εγώ μ’ όλους τους τρόπους θα σ
το δίνω.

Είσαι γαμιόλα κι είμαι ο γαμιάς σου
και να το λες σε όποια γλώσσα θέλεις
μα όταν μες στην καύλα σου ανατέλλεις
ή πίσω σου θα μ’ έχεις ή μπροστά σου. . .

Και να μη σ’ είχα γκόμενα και μούσα
έτσι όπως σε γαμώ θα σε γαμούσα.

Η Μνηστή της Κορίνθου, 2008

.

Απόψε το βιολί του Παγκανίνι
ζωντάνεψαν του κήπου μου οι γρύλοι.
Τα τριαντάφυλλα αιδοίου χείλη
κι οι μάγισσες βυζαίνουν την σελήνη.

Στα νύχια των δαιμόνων πλαστελίνη
οι αισθήσεις μου κι η θέλησή τους σμίλη.
Δύσκαμπτο υλικό του κόσμου η ύλη
κι οι ιδέες μου μυρίζουν ναφθαλίνη.

Χωρίς αέρα η πόρτα ανοιγοκλείνει
και βγαίνουν τα χαρτιά απ’ το συρτάρι
την φώτιση να πάρουν που τους δίνει

η σκοτεινή πλευρά απ’ το φεγγάρι.
Η πένα ένας φαλλός ορθός εγίνη
κι αντί μελάνι μαύρο σπέρμα χύνει . . .

dimsol.blogspot.com, 2009

.

Στ’ απόκρημνα του εβδομήντα, συνεχώς φυσά.
Αέρας γκρίζος ξερριζώνει την ψυχή σου.
Για τη σχισμή του χρόνου μού άφησες χρυσά
νομίσματα, αλάτι και νερό· μα εδώ, στου δρόμου τα μισά
αρχή και τέλος ένα με το κρύο της αβύσσου.

Ανοίγει αυλαία και σε σκονισμένο φως
ελληνικής ταινίας, πλέουν βουνά και σπίτια.
Στο καφενείο του χωριού που πέτρωσες μικρός
η τηλεόραση χιονίζει παραμύθια
να παίζει θεότυφλος ζητιάνος ο καιρός.

(Εκείνος που κατοίκησε φωτογραφίες παληές
όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια
και κλείδωναν τις μουσικές, μα μέσα από τα τζάμια
τού γδύνονταν η θάλασσα πίσω από τις ελιές,
που στράγγιξαν τα χρόνια του στις άγριες αγκαλιές —

έφαγε στάχτη του πρωινού και θράκα της σελήνης
τα πήρε στο κρανίο του, τον έδεσε η σιωπή
— μια λέξη για κρασάκι του, μια λέξη για ψωμί —
όμως εκεί που φύτρωσες κεράκι πώς θα γίνεις
το γράψανε τα σήματα που ντύνονται οι σφυγμοί.)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Μέσα σε ονείρου φυλλωσιά, κολυμβητής χλωμός
προς την Κυψέλη τ’ ουρανού, αργά περνώντας σβήνεις
και πέφτουνε τα γράμματα. Το παγωμένο φως
κι ο ανήκουστος Γενάρης. Ο λερός καπνός.
Στους βάλτους του ενενήντα τρία φυσά και πώς να μείνεις.

Λατομείο, 2002

.

I
Ρώτησες κάποτε; Πλέον όμως δε ρωτάς.
Κι όταν εγώ ρωτώ, φρικτά σωπαίνεις.
Δεν ξέρω πώς μισείς, πώς αγαπάς,
αν κάτι απ’ όλους μας ακόμα περιμένεις.

ΙΙ
Σ’ ένιωσα χείμαρρο φωτιάς μες στον γκρεμό,
κι έκτοτε βρίσκομαι εκεί απ’ όπου λείπεις,
και τόλμησα και απάντησα, ιδού, ιδού εγώ,
κι έγινα ο περίγελως και το άθυρμα της λύπης.

ΙΙΙ
Πίστη αβάσταγη, τραχιά, χωρίς ελπίδα·
πιστεύω, επίστευσα, πιστεύσω· με πιστεύεις;
κι είμαι όλος έγνοια κι αγωνία και φροντίδα,
κι Εσύ τη Λέξη μέσα μου όλο και στερεύεις.

ΙV
Σκιά σκιάς με δίχως περηφάνεια,
έρημος τον εαυτό μου να κακίζω,
ξένος του κόσμου Εσέ δοξολογώ
και μέσα σε λυγμούς εμένα υβρίζω.

V
Όλος ανόμημα και αήττητη εντός μου αμαρτία·
σκέψη ισχνή, πράξη άπραγη, του εαυτού μου είμαι η απουσία·
κι όπου κι αν δώσεις να σταθώ, εγώ είμαι λάθος·
κίνηση αέναη, δρόμος κανείς, και στείρο πάθος.

VI
Aν ό,τι γνώριζα πια δε γνωρίζω
κι ό,τι κι αν άγγιξα χαλκεύω
και πράττοντας τα πράγματα ψευτίζω,
δείξε μου πού —αν κάπου— αληθεύω.

VII
Τη θλίψη μου κατοίκησα, φωνή που λιώνει,
μα πριν – αντρειεύεται η άσκυφτη βλαστήμια:
είμαι το ασλάνι σου το μαύρο μες στ’ αγρίμια,
ούτε μετ’ από Σένα ο Άνθρωπος τελειώνει.

VIII
Aπ’ ό,τι κράτησα ή κρατώ τι μέλλει να κρατήσω;
Από τον Χρόνο Σου αλώνονται τα μύχια.
Τι αγαπώ; Τι αγάπησα; Μπορώ να αγαπήσω
με όλα τα δόντια που έχω και τα νύχια;

IX
Ας ήσουν η ελάχιστη φωνή, όμως δεν είσαι.
Σε απώλεσα· Σε απώλεσα· Εσύ ας με κερδίσεις·
το δράμα που όλο δένεται, μια και για πάντα, λύσε·
γράψε με ακόμα μια φορά —στερνή— προτού με σβήσεις.

Χ
Ποιο το ακατάλυτο στου γίγνεσθαί Σου το καμίνι;
Όχι γυναίκα, όχι παιδιά, σύντομα όχι στέγη·
ό,τι αφαιρέσεις από εδώ, πού, πώς να ξαναγίνει;
Ότι πολύ ηγάπησε, διό και νυν Σε ψέγει.

ΧΙ
Όποιος και όπου κι όπως κι αν είσαι,
πόσα άλλα δάκρυα πια για να Σε δούμε;
Αιώνες πριν μας θέλησες κι αιώνες μάς αρνείσαι,
χωρίς Εσένα προς Εσένα προχωρούμε.

ΧΙΙ
Ν’ αντέχεις λέω ν’ αντέχεις
την πλημμυρίδα και την άμπωτη
της Λέξης το ξεχείλισμα
και το πικρό το στέρεμά της.

ΧΙΙΙ
Βαρύς, σημαίνει θάνατο, ο χτύπος της καμπάνας.
Τέλος του κόσμου. Και ντροπή, ούτε καν Σε ψέλλισα·
κι ούτε ελεγεία ή προσευχή κι ούτε —αλίμονο— παιάνας.
Αλλιώς, αλλιώτικο με θέλησα.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.

Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.

Παρά ταύτα, 2001

.

στον Σπύρο Ασδραχά
και τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη

Αρθείς… από Λευκάδος πέτρης
ες πολιόν κύμα κολυμβώ μεθύων έρωτι

.

Όταν ο ήλιος κόκκινος βουλιάζει μες τη Γύρα
Και τα τζιτζίκια κλείδωναν τη μέρα του ελαιώνα
Της βραδινής της θάλασσας τα μονοπάτια πήρα
Μιας μνήμης αβασίλευτης φορώντας το χιτώνα

Πλέοντας ύπτιος άνοιξα των Ηλυσίων τη θύρα
Απ’ τα βουνά μ’ αγνάντευε του Φωτεινού η σφεντόνα
Το πλανημένο ρέμβαζα φεγγάρι του Πορφύρα
Κι από τον Κάβο ένας λυγμός. . . εγώ καθεύδω μόνα

Βαθιά σαν σ’ όνειρο άκουγα του κινητού το σήμα
. . . μες τη νυχτιά να πάρουμε τις ξεχασμένες στράτες
Σφιχτά κρατώντας της διπλής πατρίδας μας το νήμα

Μα ως βγήκα από το βύθος μου λουσμένος απ’ το κύμα
Είχαν σαλπάρει οι φίλοι μου, του νόστου κωπηλάτες,
Και το τηλέφωνο βουβό στης προσμονής το λήμμα

Στου τραγουδιού την κόψη, 2009

.

Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει πέντε η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

Μετά τα μυθικά, 1996
(πρώτη δημοσίευση σε μόνοφυλλο, 1986)

.

Οι λέξεις σπάνε σαν κλαδιά
μαστίγια στου χαρτιού το δέρμα

κι απ’ της σιωπής μου την καρδιά
αντλώ της ποίησης το αίμα.

Αφού ποτέ δεν θα υψωθώ
τον ουρανό σέρνω στο χώμα.
Να βάψω μπλε τη γη ποθώ
μπας κι ο Θεός αλλάξει χρώμα.

Ο ήλιος γέρνει σκοτεινός
και πριν ανάψουν όλα τ’ άστρα
εσύ σκορπάς στο σύμπαν φως

μικρή γαρδένια μου στη γλάστρα.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Ο θάνατος ανοίγει την αυλαία:
δυο νέοι από το κέντρο μιας αυλής
κοιτάν έναν χαρούμενο δρομέα
να τρέχει προς το κέντρο της σκηνής.

Όταν η δύση πέφτει, και στο βάθος
κάθε όμορφης καινούργιας ιστορίας
αγάπης, θαυμασμού κι αυτοθυσίας,
δυο νέοι εναγκαλίζονται με πάθος,

ταυτίζεται το βάθος του τοπίου
με της ψυχής το νικητήριο δράμα·
και τότε, του αυστηρού δικαστηρίου
η σφραγίδα βροντά πάνω στο γράμμα,

που τώρα ο ταχυδρόμος τούς πηγαίνει,
κι ο θάνατος αρχίζει να πεθαίνει.

Δέλεαρ, τχ. 8, 2006

.

Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι
δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή·
κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί,
για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει.

Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη,
πώς μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς
στον ουρανό, πού καθρεφτίζεται πολύς,
και στον αιθέρα πού παρήγορα νυχτώνει.

Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης
πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών,
σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις.

ο αφανής των κοσμημένων ημερών,
με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας,
εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παρίας.

Μέρες αργίας, 1995

.

Α σ μ ά τ ι ο ν

Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου
δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή
…. μυρωδία

Μεθαύριο θά ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα
ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου
…. καρδία.

Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984