.

I

Το βλέμμα του Θεού πέφτει στην πόλη
νιφάδα όπως χιονιού πάνω από μνήμα.
Αλλάξαν οι κομπάρσοι και οι ρόλοι
μα εσύ πρέπει να παίξεις το ίδιο θύμα.

Με σιωπή, σου λένε, να μιλήσεις·
κι όταν σ’ αγγίζει η σιωπή, με λέξεις.
Όμως, θα φέρνουν χίλιες αντιρρήσεις
μόλις τους πεις πως δεν θ’ αντέξεις.

Εκείνος που σκορπούσε το σινάπι
και την παραβολή, που είπε, του σίτου,
σ’ έμαθε ν’ απαντάς με την αγάπη

σ’ αυτούς: «Beati pauperes spiritu».
Μα ένοχος θα είσαι, όταν σου λένε:
«Πέτρο, ήσουν κι εσύ μαζί του».

.
ΙΙ

Χιονίζει ο πατέρας νομοθέτης
σαν να προσφέρει, στο ποτήρι, νάμα.
Τώρα, πρέπει να γίνω σκηνοθέτης
και πρωταγωνιστής στο ίδιο δράμα.

Χωρίς φωνή θα πρέπει ν’ απαγγέλλω·
και να σιωπώ με τη φωνή μου.
Ετούτο το ποτήρι δεν το θέλω
ούτε τον ρόλο του θλιμμένου μίμου.

Όμως, δεν κατεβαίνει η κωμωδία,
κι είναι για μένα αυτό το θέατρο:
αυλαία θα κατεβάσει η Ιστορία.

Πώς να κρατήσω το δικό μου μέτρο
με τους εχθρούς ψηλά στα θεωρεία;
«Et tu de illis es», dixerunt Petro.

Η στέππα, 2006