ΔΑΝΤΗΣ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ, Το Πρώτο Άσμα του «Παραδείσου»

10.07.2009

.

Η δόξα Εκείνου που όλα τα κινεί
την Πλάση διαπερνά, κι αντιφεγγίζει
αλλού πολύ, αλλού λίγο. Έχω ανεβεί
στον ουρανό που πια τον πλημμυρίζει
το Φως Του, και είδα όσα δεν μπορεί
όποιος κατέρχεται ούτε γνωρίζει
να ξαναπεί· η σκέψη μας εκεί
έλκεται από τον πόθο της σε τόσο
βάθος που η μνήμη δεν ακολουθεί.
Μέ όσα λίγα μπόρεσα να σώσω
στο νου μου από την άγια βασιλεία,
τώρα το άσμα μου θα ξεδιπλώσω.
Στην έσχατη αυτή δοκιμασία,
σκεύος ας γίνω, Απόλλωνα, εκλογής σου,
ν’ αξιωθώ της δάφνης σου τη λεία.
Τη μια κορφή αρκούσε να πατήσω
του Παρνασσού· μα η πιο δύσκολη πάλη
αρχίζει: και τις δυο θ’ αποζητήσω.
Στο στήθος μου μπες σαν ανεμοζάλη,
σαν να
ταν ν’ ανασύρεις τον Μαρσύα
από τη θήκη των μελών του πάλι.
Για λίγο αν μου δοθείς, Δύναμη θεία,
τον ήσκιο του βασίλειου να δείξω,
που σφράγισε το νου μου, απ’ την αγία
του δέντρου σου τη φυλλωσιά θα πλέξω
στεφάνι, που το θέμα μου κι εσύ
θα μ’ έχουν κάνει άξιο να φορέσω.
Τα φύλλα αυτά, Πατέρα —για ντροπή
του ανθρώπου— τόσο σπάνια πια κοσμούν
τη δόξα καίσαρα ή ποιητή,
που πρέπει η χαρά του χαρωπού
θεού των Δελφών να πληθαίνει, αν δει
του Πηνειού την κόρη να ποθούν
κάποιοι. . . Φλόγα τη σπίθα ακολουθεί:
κατόπι μου, ίσως ύμνους πιο γλυκούς
να πουν και η Κίρρα ν’ ανταποκριθεί.
Του κόσμου ο λύχνος βγαίνει, στους θνητούς
να φέξει, από εστίες πολλές· εκεί
όμως που ενώνονται με τρεις σταυρούς
τέσσερις κύκλοι, βρίσκει ιδανική
τροχιά κι αστερισμό, ν’ αποτυπώσει
το σχήμα του στου κόσμου το κερί.
Κι ανέβαινε εκεί πλάι· κι είχε νυχτώσει
σε τούτο το ημισφαίριο· στα λευκά
ήταν το άλλο, εκεί είχε ξημερώσει·
κι είδα τη Βεατρίκη αριστερά
να στρέφει και τον ήλιο να κοιτάει:
αετός δεν τον κοιτά έτσι σταθερά.
Κι όπως από την πρώτη αναπηδάει
δεύτερη αχτίδα και ψηλά πηγαίνει,
—προσκυνητής που σπίτι του γυρνάει—,
έτσι απ’ τα μάτια η πράξη της σταλμένη
στο νου μου, πλάθει μια όμοια: Κοιτώ,
θνητός, ίσια στον ήλιο που ανεβαίνει.
Προνόμια που δεν ισχύουν εδώ,
εκεί που ορίστηκε να κατοικεί
ο άνθρωπος μπορούσα να χαρώ.
Τη λάμψη αν και δεν άντεξα πολύ,
τον ήλιο είδα με σπίθες στον αέρα
σαν σίδερο που απ’ τη φωτιά έχει βγει.
Κι αίφνης —σαν μέρα δεύτερη στη μέρα
να πρόσθεσε Αυτός που το μπορεί
και δεύτερο ήλιο ν’ άναψε— ώς πέρα,
όπου γυρνούν αιώνια οι τροχοί,
κοίταξε ή Βεατρίκη· κι αποτράβηξα
τo βλέμμα μου απ’ τον ήλιο προς αυτήν.
Και βλέποντάς την, μέσα μου όλος άλλαξα
όπως ο Γλαύκος — που βοτάνι γεύτηκε
κι ενώθηκε με τους θεούς στη θάλασσα.
Πώς ξεπερνάς τ’ ανθρώπινα δεν βρέθηκε
τρόπος να πεις· μια εικόνα ίσως το δείξει
σε όποιον για το θαύμα αυτό διαλέχτηκε.
Το μέρος μου που έσχατο έχεις χτίσει
αν ήμουν μόνο, Αγάπη που τα ουράνια
ποιμαίνεις και το φως Σου μ’ έχει ελκύσει,
Εσύ το ξέρεις. Όταν η εναρμόνια
δίνη, που ο Νους Σου ελέγχει και διακρίνει
κι ο πόθος που γεννάς την κάνει αιώνια,
με απορρόφησε, είδα κι είχε γίνει
φλόγα απ’ τον ήλιο τόσος ουρανός
που μπόρα ή ποταμός δεν φτιάχνουν λίμνη
έτσι μεγάλη. Και το μέγα φως
κι η μουσική η πρωτάκουστη εντός μου
λαχτάρα φλόγισαν, να μάθω πώς
γεννιούνται. Όπως κι εγώ τον εαυτό μου,
με είδε η Βεατρίκη — και μου πράυνε
την ταραχή απαντώντας στο κρυφό μου
ερώτημα: «Σε λάθος δρόμο, ανόητε,
σε σέρνει η φαντασία σου, τυφλή
σ’ ό,τι θα έβλεπες αν τυχόν σ’ άφηνε.
Δεν είσαι πια, όπως νόμιζες, στη γη·
στο λίκνο σου γυρνάς — και τόσο γρήγορα
δεν πέφτει απ’ το δικό της η αστραπή».
Μου μίλησε έτσι, γελαστά, παρήγορα,
κι η αγωνία μου ένιωσα να σβήνεται·
σε άλλην όμως βούλιαξα, βαθύτερα·
κι είπα: «Το ερώτημά μου ξεδιαλύνεται,
κι όμως ξανά απορώ: ν’ αναληφθώ
περνώντας σώματα ελαφρά πώς γίνεται;»
Κι εκείνη, μάνα που είδε το μικρό
παιδί της να παραληρεί, αναστέναξε
και βλέμμα μου έριξε πονετικό·
κι άρχισε: «Κάθετι με όλα ταίριαξε·
και τούτη η μορφή το σύμπαν δείχνει
πως κατ
εικόναν Του ο Θεός το έφτιαξε.
Σ’ αυτήν το έλλογο πλάσμα διακρίνει
την Άφθαρτη Αξία εντυπωμένη,
όπου το παν ρυθμίστηκε να τείνει.
Στην τάξη αυτήν αλλιώς είναι ορισμένη
να κλίνει η κάθε φύση — την αρχή της
να εγγίζει ή απόμακρη να μένει·
στο κοινό πέλαγος της ύπαρξής της
γι’ άλλο λιμάνι καθεμία πλέει·
την πάει το ένστικτο και πάει μαζί της:
Μ’ αυτό προς το φεγγάρι η φλόγα καίει
·
μ’ αυτό δένεται η γη και στρογγυλεύει·
μ’ αυτό σκιρτά το πλάσμα που αναπνέει·
αυτό το τόξο όλα τα εκτοξεύει:
τα δίχως νου, κι εκείνα που σφραγίζει
ο λογισμός κι η αγάπη σημαδεύει.
Στο φως της πρόνοιας, που το παν ρυθμίζει,
για πάντα ο ουρανός ακινητεί
που μέσα του ο πιο γρήγορος γυρίζει·
το βέλος προς τα κει έχει στραφεί,
σε τόπο διορισμένο μάς πηγαίνει,
τον στόχο τον χαρμόσυνο να βρει.
Την πρόθεση της τέχνης παραβαίνει
συχνά ή μορφή, τό ξέρουμε, κι η ύλη
μοιάζει να
ναι κλειστή και κλειδωμένη·
κι όμοια το πλάσμα, που η χορδή θα στείλει
στο στόχο, μα είναι ελεύθερο να στρέφει
αλλού, σε λάθος όχθη θα εξοκείλει·
κι όπως η φλόγα από τα νέφη πέφτει,
έτσι την πρώτη ορμή του ξεγελά
στρεβλή χαρά, κι αυτό στη γη επιστρέφει.
Η άνοδός σου, αν είν’ αυτά σωστά,
ξαφνιάζει όσο ξαφνιάζει όταν πηγαίνει
στους κάμπους το ποτάμι απ’ τα βουνά.
Δίχως το εμπόδιο που εδώ σε δένει,
το θαύμα θα
ταν να μενες στη γη,
σαν φλόγα που ακίνητη απομένει».
Και στράφηκε τον ουρανό να δει.

Δάντη Θεία Κωμωδία, Παραδείσου Άσμα Α´, μτφρ. Γιώργος Κοροπούλης
(= Η Επιστολή στον Cangrande & Το Πρώτο Άσμα του Παραδείσου, 2004)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s