ΟΜΗΡΟΣ / ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Ελπήνωρ

06.07.2009

.

Και κατεβήκαμε στη θάλασσα και στο καράβι
και το καράβι πρώτα εσύραμε στα θεία πελάγη
και το κατάρτι υψώσαμε στο ολόμαυρο καράβι.
Τ’ αρνιά ανεβάσαμε ύστερα, κ’ εμείς βαριά θλιμμένοι
βγήκαμε πάνω αμίλητοι, ζεστό χύνοντας δάκρυ.
Και πίσω απ’ το καράβι μας με τη γαλάζια πλώρη,
σαν καλός φίλος το πανί μάς τέντωνε ο αέρας
που έστελνε η Κίρκη η τρομερή με τις μακριές πλεξούδες.
Καθίσαμε, όταν τέλειωσε κάθε έργο στο καράβι,
κι ο άνεμος το πήγαινε μαζί με τον ποδότη
κι όλη τη μέρα με κυρτό πανί ποντοπορούσε.
Έγειρε ο ήλιος κι όλοι οι δρόμοι ισκιώναν, και το πλοίο αράζει
στα πέρατα του Ωκεανού που αργά βαθύς κυλάει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και το καράβι εκάρφωσε στην άμμο εκεί· τραβώντας
τότε τ’ αρνιά, βαδίσαμε πλάι στ’ ωκεάνειο ρέμα,
ώσπου στον τόπο φτάσαμε που
χε αρμηνέψει η Κίρκη.
Και της θυσίας τα ζώα εκεί κράτησε ο Περιμήδης
μαζί με τον Ευρύλοχο· κ’ εγώ με το σπαθί μου
λάκκο έσκαψα μια πήχη μάκρος κι άλλο τόσο πλάτος
και γύρω του έχυνα χοή σ’ όλους τους πεθαμένους.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Με δεήσεις τότε και με ευχές τα πλήθη των νεκρών
παρακαλούσα, κ’ έσφαξα τ’ αρνιά πάνω απ’ το λάκκο
κ’ έτρεχε το αίμα σκοτεινό· και νά, μέσ’ απ’ τα ερέβη
ψυχές μαζεύονταν πολλές νεκρών καταλυμένων.
Νυφάδες έβλεπα και νιους, γέρους βασανισμένους,
και τρυφερά κορίτσια με καρδιά γεμάτη πένθος,
άντρες όπου είχαν τρυπηθεί από χάλκινα κοντάρια,
και πολεμάρχους μ’ άρματα που ακόμη εστάζαν αίμα.
Άλλοι απ’ εδώ, άλλοι απ’ εκεί έρχονταν προς το λάκκο
με θεία βοή, κ’ εμέ χλωμός με συνεπήρε τρόμος.
Και τότε τους συντρόφους μου φώναξα και προστάζω
τ’ αρνιά που ακόμη κείτονταν σφαγμένα απ’ το χαλκό μου
να γδάρουν, να τα κάψουν και στους θεούς ευχές να κάμουν,
στον παντοδύναμο Άδη, στη μεγάλη Περσεφόνη.
Κ’ εγώ το μυτερό σπαθί σέρνω από το πλευρό μου
κ’ έδιωχνα πέρα των νεκρών τα ανήμπορα κεφάλια,
μακριά απ’ το αίμα, ώσπου να
ρθεί η ψυχή του Τειρεσία.
Κ’ ήρθε η ψυχή του Ελπήνορα, πρώτη, του σύντροφού μας,
που ακόμη κάτω απ’ την πλατειά γη δεν ηταν θαμμένος
(το σώμα του το αφήσαμε στης Κίρκης το παλάτι
άκλαυτο κι άθαφτο, γιατί μας βιάζαν άλλες έγνοιες)
και σαν τον είδα εδάκρυσα, τον πόνεσε η ψυχή μου·
«Ελπήνορα, μες στο θαμπό σκοτάδι αυτό πώς ήρθες;
πεζός μ’ επρόφτασες εμέ που ερχόμουν με καράβι!»
Έτσι είπα κι αναστέναξε και μ’ αποκρίθη εκείνος:
«Μ’ έφαγε η μοίρα μου η κακή και το βαρύ μεθύσι.
Δεν ένιωσα, όπως πλάγιαζα στης Κίρκης το παλάτι,
να κατεβώ από την ψηλή τη σκάλα που είχα ανέβει,
παρά ίσια από το δώμα της έπεσα κ’ ετσακίστη
ο αυχένας μου και κάτω εδώ στον Άδη ήρθ’ η ψυχή μου.
Και τώρα σε παρακαλώ, στ’ όνομα των δικών σου,
της γυναικός, τ’ αφέντη σου, μικρόν που σ’ είχε θρέψει,
του Τηλεμάχου, που έχεις μόνο αφήσει στο παλάτι:
Ξέρω, απ’ τον Άδη φεύγοντας, πως στο νησί, την Αία,
θ’ αράξεις πάλι το καλοφτιαγμένο μας καράβι.
Παρακαλώ σε, βασιλιά, κ’ εμέ θυμίσου τότε:
άκλαυτο κι άθαφτον εκεί μη φύγεις να μ’ αφήσεις,
για να μη γίνω εγώ αφορμή οι θεοί να σου θυμώσουν.
Κάψε με μ’ όλα τ’ άρματα, όσα έχω, κ’ ένα μνήμα
φτιάξε μου στην ακρογιαλιά, στο κύμα πλάι π’ αφρίζει,
να μου θυμούνται τ’ άτυχου όσοι στον κόσμο θά
ρθουν.
Κάμε το αυτό, και το κουπί στήσε στον τάφο απάνω,
που είχα, όταν ζούσα κ’ έλαμνα μαζί με τους συντρόφους».
Έτσι είπε κι αποκρίθηκα και μίλησα: «Θα κάμω,
καϊμένε φίλε, αυτά που λες και θα τα ξετελειώσω».
Τέτοια ανταλλάσαμε κι οι δυο λόγια γεμάτα πίκρα,
εγώ απ’ τη μια με το σπαθί γυμνό πάνω απ’ το αίμα
κι από την άλλη, λέγοντας πολλά, του φίλου ο ίσκιος.

Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ (απόσπασμα),
μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου, Παλίμψηστον, τχ. 2, Ιούνιος 1986

Advertisements

2 Σχόλια “ΟΜΗΡΟΣ / ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Ελπήνωρ”

  1. il Notario Says:

    Σε επιστολή του ο Γ. Π. Σαββίδης (31.7.1986) στον Αλεξίου:

    »Με χαρούμενη έκπληξη έπιασα να διαβάσω τις μεταφράσεις σου από την Οδύσσεια στο δεύτερο τεύχος του Παλιμψήστου (που είχε την καλοσύνη να μου στείλει ο Γιανναδάκης). Και σου γράφω τώρα για να σου μεταδώσω κάτι από τη συγκίνησή μου για την αίσια έκβαση του εγχειρήματος. Ο Θεός να σε έχει καλά, ώστε να συνεχίσεις να μας ξαφνιάζεις έτσι, και μακάρι να ολοκληρώσεις τη μετάφραση όλου του έπους. Δεν χρειάζεται, νομίχω, να σου ειπώ το πόσο μας λείπει, ολοένα περισσότερο, μια αναγνώσιμη νεοτερική μετάφραση του Ομήρου, έστω και σε πεζό. Και από αυτήν την άποψη, τόσο οι μεταφράσεις του Καζαντζάκη-Κακριδή και του Ψυχουντάκη, όσο και μεταφραστική δοκιμή του Μαρωνίτη, μου φαίνονται, για διάφορους λόγους, ανώφελες.»

  2. Γιώργος Λυκοτραφίτης Says:

    Τώρα τον χάσαμε κι αυτόν, και μένουν μόνο οι Ερωτόκριτοι και οι Ερωφίλες του και οι Στίχοι Επιστροφής του, για όσους πιστεύουν ακόμη ότι θα υπάρξει ενός είδους επιστροφή -κάποια μέρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s