.

Από σήμερα οι Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό αργούν. Ή, κατά το λεκτικό μιας άλλης, παλιότερης εποχής: διακόπτουν. Θα επιστρέψουν μετά το πέρας της αυγουστιάτικης ραστώνης, στις αρχές του Σεπτέμβρη.

Αντί άλλου θερινού χαιρετισμού, ας μας επιτραπεί να κλείσουμε αυτή την πρώτη τρίμηνη παρουσία της Ανθολογίας μ’ έναν τρόπο πλαγίως αυτοαναφορικό. Μ’ ένα ποίημα, βέβαια τί άλλο; Είναι γραμμένο από τον Γιώργο Λυκοτραφίτη και δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Κ.Κ. – Σ.Κ.

.

ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ ΝΕΡΟ

 Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Ένα δέντρο ξερό και μόνο με εισάγει
σ’ ένα τοπίο ποιητών, στο οποίο άλλοι
έχουνε σκύψει νύχτες το κεφάλι
κι έχουν διαλέξει ανάμεσα απ’ την άλγη

εκείνα τα όστρακα που μαργαριτάρια
υπόσχονται. Δεν είναι πάντα
ό,τι εσείς νομίζετε. Μα είναι τα πάντα
το δόλωμα που ρίχνουμε στα ψάρια

το αστέρι της χορεύτριας για να φέρουν,
όταν οι αλιείς πάλι ανασύρουν
τα δίχτυα στα παράλια της Νισύρου.
Γιατί αυτοί καλά γνωρίζουνε και ξέρουν

ότι οι εποχές στην κόλαση μοιάζουνε κάποτε ίδιες.
Ίδια τα σύμβολα ενός αγνώστου απείρου,
ίδιες οι ώρες, τα παιχνιδίσματα του ονείρου,
που σε ύπνο κάποιο ειδυλλιακό στην Αρκαδία είδες.


.

Αυτές τις άγριες ημέρες
έδεσα τις παλιές πληγές μου.
Έριξα όλες μου τις σφαίρες
στους πιο καλούς πολεμιστές μου.

Για μένα δεν υπάρχει νίκη
μόνο ένας φίλος μου χαμένος,
τώρα για πάντα ευτυχισμένος
σε μια γωνιά στη Σαλονίκη.

Α! όταν η αυλαία κλείνει,
ανόητή μου Ιουλιέττα,
στα σκοτεινά οι θεατρίνοι
παίζουνε ρώσικη ρουλέτα.

Για μένα δεν υπάρχει ρόλος,
είμαι ένας κλόουν μεθυσμένος
που πέφτει μεταμφιεσμένος
εκεί που φτύνει ο κόσμος όλος.

Πέρ’ απ’ τις πόλεις της ασφάλτου,
στη χώρα της Επαγγελίας,
είδα τους φίλους της Μαρίας.
Έπαιζαν στα νερά του βάλτου.

Σκάλισα σ’ όλ’ αυτά τα δέντρα
το πρόσωπό της, του ανέμου,
των εραστών και του πολέμου,
τους κύκλους με τα μαύρα κέντρα.

Απ’ του φιλιού της το αγκάθι
φύγαν πολλά παιδιά, χαθήκαν.
Σ’ όλα τα πλάτη και τα βάθη
τα ψάξανε μα δεν τα βρήκαν.

Μέσα στη φύση του Στρυμώνα
μια βυθισμένη πολιτεία,
στα κρύα της μηχανουργεία
στρίβουν τη βίδα του χειμώνα.

Οι συμμορίες της ασφάλτου
ακολουθούν τα βήματά της,
εκεί στον ουρανό του σμάλτου,
στην εκκλησία της Αστάρτης.

Μπήκα κρυφά μες στ’ όνειρό της
μες στο παλάτι του Ασσίνη,
ακούω πάλι το σφυγμό της:
αναβοσβήνει. . . αναβοσβήνει. . .

Ξύλινα σπαθιά, Πέρα απ’ τις πόλεις της ασφάλτου, 1995

.

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ,
ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής,
απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει
τον κόσμο. Αλλά, πικρές οι βουλές
του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές
των ανθρώπων. . .

.

Στης Ανατολής τα μέρη
μια φορά κι έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι,
μουχλιασμένο το νερό.

Στη Μοσούλη στη Βασόρα
στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα
της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι
και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι
και τραβάει κατά κει.

Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι
με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει
πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι
του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι
και με λιονταριού προβιά.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη
κι απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη
να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη
σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στον Χαλίφη
να του βάλει την θηλειά.

Μαύρο μέλι μαύρο γάλα
ήπιε κείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα
τη στερνή του την πνοή.
.

Με δυο γέρικες καμήλες
μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες
ο Προφήτης καρτερεί.

Πάνε τώρα χέρι χέρι
κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι
τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο
βλέπουν μπρoς τους τον Αλλάχ
που απ’ τον ψηλό του θρόνο
λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί.

.

Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος
δε θ’ αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα. . .

.

Μ. Χατζιδάκις – Ν. Γκάτσος, Αντικατοπτρισμοί, 1993 (1986)

.

Στο παλιό τελωνείο στους παλιούς καφενέδες
θα σε γδύσω μια νύχτα κι όπως θα ’σαι γδυτή
το κορμί σου θα λούσω με πικρούς αμανέδες
και κρασί της Νεμέας απ’ αρχαία γιορτή.

Και μετά θα σε πάρω στα μεγάλα μου χέρια
να σ’ αφήσω στην πέτρα στο καρνάγιο μπροστά
κι εκεί, μέσα στ’ αλάτι και τα σάπια μαδέρια
θα σε κάνω γυναίκα με τα χείλη κλειστά.

Θα σε κάνω γυναίκα όλο μέλι και αίμα,
με το ρίγος στο δέρμα και τα φρέσκα μαλλιά
και απέ θα σε κάψω γιατί είσ’ ένα ψέμα
η Ελένη της Τροίας η πληγή η παλιά.

Μ. Θεοδωράκης – Λ. Παπαδόπουλος,  Η συνάντηση, 1985

.

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου
φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου.

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη.

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας  ξένοι φαντάροι.

Θ. Μικρούτσικος – Α. Αλκαίος, Εμπάργκο, 1982

.

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα.

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες.

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος.

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα.

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μάς ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο.

Θ. Μικρούτσικος – Κ. Τριπολίτης, Συγνώμη για την άμυνα, 1992

.

I

Το βλέμμα του Θεού πέφτει στην πόλη
νιφάδα όπως χιονιού πάνω από μνήμα.
Αλλάξαν οι κομπάρσοι και οι ρόλοι
μα εσύ πρέπει να παίξεις το ίδιο θύμα.

Με σιωπή, σου λένε, να μιλήσεις·
κι όταν σ’ αγγίζει η σιωπή, με λέξεις.
Όμως, θα φέρνουν χίλιες αντιρρήσεις
μόλις τους πεις πως δεν θ’ αντέξεις.

Εκείνος που σκορπούσε το σινάπι
και την παραβολή, που είπε, του σίτου,
σ’ έμαθε ν’ απαντάς με την αγάπη

σ’ αυτούς: «Beati pauperes spiritu».
Μα ένοχος θα είσαι, όταν σου λένε:
«Πέτρο, ήσουν κι εσύ μαζί του».

.
ΙΙ

Χιονίζει ο πατέρας νομοθέτης
σαν να προσφέρει, στο ποτήρι, νάμα.
Τώρα, πρέπει να γίνω σκηνοθέτης
και πρωταγωνιστής στο ίδιο δράμα.

Χωρίς φωνή θα πρέπει ν’ απαγγέλλω·
και να σιωπώ με τη φωνή μου.
Ετούτο το ποτήρι δεν το θέλω
ούτε τον ρόλο του θλιμμένου μίμου.

Όμως, δεν κατεβαίνει η κωμωδία,
κι είναι για μένα αυτό το θέατρο:
αυλαία θα κατεβάσει η Ιστορία.

Πώς να κρατήσω το δικό μου μέτρο
με τους εχθρούς ψηλά στα θεωρεία;
«Et tu de illis es», dixerunt Petro.

Η στέππα, 2006

.

Πώς ξέρουμε, βίαιοι και τρομοκράτες,
να στρέφουμε την προσοχή
των ανθρώπων στο δίχως αυταπάτες
αναπόφευκτο να συμβεί,
κραδαίνοντάς το στην αντίληψή τους
σαν δόρυ που μπορεί
να μας γλιτώσει απ’ την επίθεσή τους.

Πώς άλλοτε μ’ απροσμέτρητο βάθος
μακιγιάρουμε τη Στιγμή,
σαν τσιμπιδάκι αφαιρώντας με πάθος
ό,τι το γέλιο προκαλεί,
ό,τι χοϊκό, βέβαιοι με το φως μας
πως είναι θελκτική,
αξιαγάπητη όσο κι ο εαυτός μας.

Βραδιά στο «Flower», 2001

.

Το σώμα αναζητά την καίρια λέξη,
να πει, να πει αυτό που το συνέχει,
τον ίδιο του τον θάνατο ν’ αντέξει,
αυτό που εντός του φέρει μα που απέχει.

Σώμα νεκρό κι η γλώσσα δε θα στέρξει,
κατέχεται από αυτό που δεν κατέχει,
στην ανδροφόνο αφέθηκε πια έλξη
και ζωντανό τού ολέθρου του μετέχει.

Μαύρε Άγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι αργά ή γοργά στον Θάνατο τον Ένα
με σέρνεις, με οδηγείς· με ματαιώνεις·

φωνήεν ή σύμφωνο του λόγου μου κανένα
δε μου αφήνεις να ιστορήσω τη ζωή μου. . .
Βουβή αποβαίνεις, Γλώσσα μου και Γη μου.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2008

.

Περισσότερο –τίποτα δεν περισσεύει
η καρδιά οικονομία στα πάντα
στο μυαλό παρελθόν που τα μέλλοντα κλέβει
περασμένα τα χρόνια σαράντα

Η καρδιά –ποια καρδιά; δε χτυπά. . . –τι είναι ο χτύπος;
μια σιωπή που πληγώνει, σαΐτα
φίδια έρπουν παντού κι έχει γίνει ο κήπος
της καρδιάς –πάλι;
Πάλι!  Για κοίτα. . .

Ανεβάζει στροφές το παλιό το καμιόνι
κι ο γκρεμός δε φοβίζει κανένα
μην κοιτάς προς τα εδώ –κάπου αλλού ξημερώνει

κάπου αλλού. . . πάντα αλλού. . . ολοένα. . .

Και δεν πάει πουθενά, έχει γίνει ο δρόμος
ένας κύκλος αέναος  πράος
και στο κέντρο του εγώ –με χαμόγελο όμως

μη με δει και τρομάξει το χάος. . .

Μια αστραπή, μια βροντή, μια βροχή κι ένα αστέρι
το ανερμήνευτο, πώς να εξηγήσεις;
καταιγίδα κι αυτή μέσα στο καλοκαίρι
με σορτσάκι κοντό πώς θα ζήσεις;

Πώς θα ζήσεις –κουτέ ούτ’ ένα κύκνειο άσμα
δε σου κλήρωσε η Λάχεση ούτ’ ένα
κι άντε τώρα, ή μετά, να καλύψεις το χάσμα
με χαρτί με μελάνι και πένα. . .

stixakias.wordpress.com, 2008

.

μνήμη Αλέξη Ζακυθηνού

Να βλέπεις άξαφνα τον Ξένο
σαν απ’ το μέλλον να ζυγώνει
να σε σκεπάζει —γκρίζο χιόνι—
το πεπρωμένο

Κάποιος τη θύρα να καρφώνει
Κάποιος ν’ ανάβει το κερί σου
Στον ουρανό του παραδείσου
να ξημερώνει

Να μη θυμάσαι τη μορφή σου
Φωνή να μη σ’ ακολουθήσει
Να
χεις εντέλει κατακτήσει
βάθος αβύσσου

Αγαθά παιγνίδια, 1994

.

ο θάνατος θα ρθεί να με γλεντήσει
μαχαίρι προσφυγιάς, πιρούνι ανέμου
(ακούω στρεβλές τις λέξεις μου να τρέμου-
νε προς την κάπως εύρυθμή του κλήση)
·

προς τον αιτούντα τ’ Όνομα αναφέρω
να μην βελάζει Παραδείσου φήμη
(κι έχει κακοφορμίσει πλάνο ενθύμι-
ο: μ’ όρισε μεσήλικα και γέρο)
·

ο θάνατος, ο πιο ακριβός μου φίλος
θα
ρθεί να μεταλάβει τη φωνή μου
(υπάρχεις η φωνή μου; στης ερήμου
σου να υλακείς το πριν ως άγριος σκύλος; )

ο θάνατος θα ρθεί να με τσουλήσει
νύφη της παιδικής μου μαλακίας
(εδώ θροεί ένας κλώνος ακακίας,
εκεί το αίνιγμα προέταξεν η λύση)
·

ω, πλέον δεινό, δειλό μου θανατάκι:
Ηλίας Λάγιος
· βάστα το για πάντα
(την ύστατη ώρα θα κρατούν αβάντα
στίχοι Κάλβου, Καβάφη, Καρυωτάκη)
·

βίζα φωτός πατείς στο μεσημέρι
με βάγια, κι από σκότος χορτασμένος
(δικέ μου, πώς κατάντησες; ασμένως
ο ξένος, που κανείς δεν θα προφέρει)
·

κι εντέλει θά ρθεις, μόρτης στο πλευρό μου
το ελάχιστο κακό που
χω ψαρέψει
(για να τελέσεις τη σεπτή μου στέψη
σ’ ανώνυμη στροφή εκλιπόντος δρόμου)
·

Πράξη υποταγής, 2000

.

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι
βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.
Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων
ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν·
βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.
Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι·
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985

.

Η δόξα Εκείνου που όλα τα κινεί
την Πλάση διαπερνά, κι αντιφεγγίζει
αλλού πολύ, αλλού λίγο. Έχω ανεβεί
στον ουρανό που πια τον πλημμυρίζει
το Φως Του, και είδα όσα δεν μπορεί
όποιος κατέρχεται ούτε γνωρίζει
να ξαναπεί· η σκέψη μας εκεί
έλκεται από τον πόθο της σε τόσο
βάθος που η μνήμη δεν ακολουθεί.
Μέ όσα λίγα μπόρεσα να σώσω
στο νου μου από την άγια βασιλεία,
τώρα το άσμα μου θα ξεδιπλώσω.
Στην έσχατη αυτή δοκιμασία,
σκεύος ας γίνω, Απόλλωνα, εκλογής σου,
ν’ αξιωθώ της δάφνης σου τη λεία.
Τη μια κορφή αρκούσε να πατήσω
του Παρνασσού· μα η πιο δύσκολη πάλη
αρχίζει: και τις δυο θ’ αποζητήσω.
Στο στήθος μου μπες σαν ανεμοζάλη,
σαν να
ταν ν’ ανασύρεις τον Μαρσύα
από τη θήκη των μελών του πάλι.
Για λίγο αν μου δοθείς, Δύναμη θεία,
τον ήσκιο του βασίλειου να δείξω,
που σφράγισε το νου μου, απ’ την αγία
του δέντρου σου τη φυλλωσιά θα πλέξω
στεφάνι, που το θέμα μου κι εσύ
θα μ’ έχουν κάνει άξιο να φορέσω.
Τα φύλλα αυτά, Πατέρα —για ντροπή
του ανθρώπου— τόσο σπάνια πια κοσμούν
τη δόξα καίσαρα ή ποιητή,
που πρέπει η χαρά του χαρωπού
θεού των Δελφών να πληθαίνει, αν δει
του Πηνειού την κόρη να ποθούν
κάποιοι. . . Φλόγα τη σπίθα ακολουθεί:
κατόπι μου, ίσως ύμνους πιο γλυκούς
να πουν και η Κίρρα ν’ ανταποκριθεί.
Του κόσμου ο λύχνος βγαίνει, στους θνητούς
να φέξει, από εστίες πολλές· εκεί
όμως που ενώνονται με τρεις σταυρούς
τέσσερις κύκλοι, βρίσκει ιδανική
τροχιά κι αστερισμό, ν’ αποτυπώσει
το σχήμα του στου κόσμου το κερί.
Κι ανέβαινε εκεί πλάι· κι είχε νυχτώσει
σε τούτο το ημισφαίριο· στα λευκά
ήταν το άλλο, εκεί είχε ξημερώσει·
κι είδα τη Βεατρίκη αριστερά
να στρέφει και τον ήλιο να κοιτάει:
αετός δεν τον κοιτά έτσι σταθερά.
Κι όπως από την πρώτη αναπηδάει
δεύτερη αχτίδα και ψηλά πηγαίνει,
—προσκυνητής που σπίτι του γυρνάει—,
έτσι απ’ τα μάτια η πράξη της σταλμένη
στο νου μου, πλάθει μια όμοια: Κοιτώ,
θνητός, ίσια στον ήλιο που ανεβαίνει.
Προνόμια που δεν ισχύουν εδώ,
εκεί που ορίστηκε να κατοικεί
ο άνθρωπος μπορούσα να χαρώ.
Τη λάμψη αν και δεν άντεξα πολύ,
τον ήλιο είδα με σπίθες στον αέρα
σαν σίδερο που απ’ τη φωτιά έχει βγει.
Κι αίφνης —σαν μέρα δεύτερη στη μέρα
να πρόσθεσε Αυτός που το μπορεί
και δεύτερο ήλιο ν’ άναψε— ώς πέρα,
όπου γυρνούν αιώνια οι τροχοί,
κοίταξε ή Βεατρίκη· κι αποτράβηξα
τo βλέμμα μου απ’ τον ήλιο προς αυτήν.
Και βλέποντάς την, μέσα μου όλος άλλαξα
όπως ο Γλαύκος — που βοτάνι γεύτηκε
κι ενώθηκε με τους θεούς στη θάλασσα.
Πώς ξεπερνάς τ’ ανθρώπινα δεν βρέθηκε
τρόπος να πεις· μια εικόνα ίσως το δείξει
σε όποιον για το θαύμα αυτό διαλέχτηκε.
Το μέρος μου που έσχατο έχεις χτίσει
αν ήμουν μόνο, Αγάπη που τα ουράνια
ποιμαίνεις και το φως Σου μ’ έχει ελκύσει,
Εσύ το ξέρεις. Όταν η εναρμόνια
δίνη, που ο Νους Σου ελέγχει και διακρίνει
κι ο πόθος που γεννάς την κάνει αιώνια,
με απορρόφησε, είδα κι είχε γίνει
φλόγα απ’ τον ήλιο τόσος ουρανός
που μπόρα ή ποταμός δεν φτιάχνουν λίμνη
έτσι μεγάλη. Και το μέγα φως
κι η μουσική η πρωτάκουστη εντός μου
λαχτάρα φλόγισαν, να μάθω πώς
γεννιούνται. Όπως κι εγώ τον εαυτό μου,
με είδε η Βεατρίκη — και μου πράυνε
την ταραχή απαντώντας στο κρυφό μου
ερώτημα: «Σε λάθος δρόμο, ανόητε,
σε σέρνει η φαντασία σου, τυφλή
σ’ ό,τι θα έβλεπες αν τυχόν σ’ άφηνε.
Δεν είσαι πια, όπως νόμιζες, στη γη·
στο λίκνο σου γυρνάς — και τόσο γρήγορα
δεν πέφτει απ’ το δικό της η αστραπή».
Μου μίλησε έτσι, γελαστά, παρήγορα,
κι η αγωνία μου ένιωσα να σβήνεται·
σε άλλην όμως βούλιαξα, βαθύτερα·
κι είπα: «Το ερώτημά μου ξεδιαλύνεται,
κι όμως ξανά απορώ: ν’ αναληφθώ
περνώντας σώματα ελαφρά πώς γίνεται;»
Κι εκείνη, μάνα που είδε το μικρό
παιδί της να παραληρεί, αναστέναξε
και βλέμμα μου έριξε πονετικό·
κι άρχισε: «Κάθετι με όλα ταίριαξε·
και τούτη η μορφή το σύμπαν δείχνει
πως κατ
εικόναν Του ο Θεός το έφτιαξε.
Σ’ αυτήν το έλλογο πλάσμα διακρίνει
την Άφθαρτη Αξία εντυπωμένη,
όπου το παν ρυθμίστηκε να τείνει.
Στην τάξη αυτήν αλλιώς είναι ορισμένη
να κλίνει η κάθε φύση — την αρχή της
να εγγίζει ή απόμακρη να μένει·
στο κοινό πέλαγος της ύπαρξής της
γι’ άλλο λιμάνι καθεμία πλέει·
την πάει το ένστικτο και πάει μαζί της:
Μ’ αυτό προς το φεγγάρι η φλόγα καίει
·
μ’ αυτό δένεται η γη και στρογγυλεύει·
μ’ αυτό σκιρτά το πλάσμα που αναπνέει·
αυτό το τόξο όλα τα εκτοξεύει:
τα δίχως νου, κι εκείνα που σφραγίζει
ο λογισμός κι η αγάπη σημαδεύει.
Στο φως της πρόνοιας, που το παν ρυθμίζει,
για πάντα ο ουρανός ακινητεί
που μέσα του ο πιο γρήγορος γυρίζει·
το βέλος προς τα κει έχει στραφεί,
σε τόπο διορισμένο μάς πηγαίνει,
τον στόχο τον χαρμόσυνο να βρει.
Την πρόθεση της τέχνης παραβαίνει
συχνά ή μορφή, τό ξέρουμε, κι η ύλη
μοιάζει να
ναι κλειστή και κλειδωμένη·
κι όμοια το πλάσμα, που η χορδή θα στείλει
στο στόχο, μα είναι ελεύθερο να στρέφει
αλλού, σε λάθος όχθη θα εξοκείλει·
κι όπως η φλόγα από τα νέφη πέφτει,
έτσι την πρώτη ορμή του ξεγελά
στρεβλή χαρά, κι αυτό στη γη επιστρέφει.
Η άνοδός σου, αν είν’ αυτά σωστά,
ξαφνιάζει όσο ξαφνιάζει όταν πηγαίνει
στους κάμπους το ποτάμι απ’ τα βουνά.
Δίχως το εμπόδιο που εδώ σε δένει,
το θαύμα θα
ταν να μενες στη γη,
σαν φλόγα που ακίνητη απομένει».
Και στράφηκε τον ουρανό να δει.

Δάντη Θεία Κωμωδία, Παραδείσου Άσμα Α´, μτφρ. Γιώργος Κοροπούλης
(= Η Επιστολή στον Cangrande & Το Πρώτο Άσμα του Παραδείσου, 2004)

.

Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού,
…………………η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη –
δεν το ’φερε η τύχη στα τυφλά,
…………………μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός
…………………καμάρωνε σα νικητής του δράκου·
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο,
…………………που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ’ άρματα εσύ,
…………………παλιόπαιδο», του είπε, «τ’ αντρειωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν
…………………και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο – εχτρούς
…………………λαβώνω και θεριά αγριεμένα·
νά τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν,
…………………που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ
…………………τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί –
…………………ν’ ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει!
Μη θες απ’ τα δικά μου μερτικό,
…………………κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί
…………………«ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ’ εσένα, Απόλλωνα.
…………………Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό
…………………κατώτερη απ’ τη δικιά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά
…………………χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά
…………………στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ,
…………………γι’ άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές,
…………………τον έρωτα τον αποδιώχνει τ’ άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό
…………………κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό
…………………κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το ’ριξε ο θεός
…………………στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά
…………………πήγε βαθιά, ώς μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή
…………………για έρωτες μήτε ν’ ακούσει στέργει,
για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό,
…………………για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της,
και της παρθένας Άρτεμης πιστή,
…………………της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει,
με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά
…………………τ’ ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της.
Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί,
…………………μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη·
μακριά απ’ των αντρών τη συντροφιά
…………………σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε,
Υμέναιος, αγάπες, παντρειά
…………………τί πά’ να πει δεν έβαζε στο νου της.
Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό
…………………θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα»,
κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς
…………………που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα».
Της φαίνονταν βαριά η παντρειά
…………………κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα
και της ντροπής μια ρόδινη χροιά
…………………απλώνονταν στην όμορφη θωριά της.
Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό,
…………………τον χάιδευε με λόγια μελωμένα:
«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ,
…………………κόρη να μείνω πάντα και παρθένα·
το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά,
…………………και είδε τέτοια χάρη απ’ τον γονιό της».
Της έκανε κι εκείνος την καρδιά –
…………………μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη,
εμπόδιο θα σταθεί σ’ αυτό που θες·
…………………είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου.

Την είδε ο Φοίβος, και τη λαχταρά
…………………και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη –
ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός,
…………………κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται.
Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά
…………………που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια,
πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά
…………………από δαδί που άφηκε διαβάτης
ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά
…………………και κίνησε χαράματα να φύγει,
παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά,
…………………ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι.
Από μακριά προσώρας την ποθεί
…………………κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα.
Βλέπει τ’ αχτένιστά της τα μαλλιά –
…………………«αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται,
«τί όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί
…………………τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια
που λάμπουν σαν τ’ αστέρια τ’ ουρανού·
…………………το στόμα της θωρεί, τα δυο της χείλη
που δε χορταίνει μόνο να κοιτά.
…………………Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει,
δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί
…………………και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω,
και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά.
…………………Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει
γρήγορη σαν τον άνεμο – θεού
…………………δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια:
«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού,
…………………δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω!
Μακριά απ’ τον λύκο τρέχουνε τ’ αρνιά,
…………………τα ελάφια μακριά απ’ το λιοντάρι,
οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό
…………………όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι –
τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό·
…………………εγώ σ’ ακολουθώ από αγάπη.
Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ
…………………μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια
αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά,
…………………να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία.
Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς·
…………………χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα,
για φρέναρε κομμάτι το φευγιό,
…………………κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω.
Στάσου και ρώτα ποιος σ’ αποζητά.
…………………Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος βουνίσιος,
μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ
…………………δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες.
Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό,
…………………ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το ξέρεις·
αν ήξερες δε θα ’φευγες μακριά.
…………………Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,
η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί
…………………με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους.
Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί,
…………………συμβαίνουνε και μέλλουν να συμβούνε
όλα τα φανερώνω – μουσική,
…………………τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω.
Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά,
…………………μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα
πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά
…………………που έγνοια δεν τη βάραινε ώς τα τώρα.
Εφεύρημα δικό μου η γιατρική,
…………………όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει,
και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά,
…………………όπου της γης όλα στους ορισμούς μου.
Όμως, για της αγάπης τον καημό,
…………………αλίμονο, δε βρίσκεται βοτάνι,
κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς,
…………………τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει».

Ήθελε κι άλλα λόγια να της πει·
…………………εκείνη σκιάχτηκε και το ’βαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού
…………………ημιτελή παράτησε τα λόγια.
Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό:
…………………ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει,
φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά
…………………κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη,
κι οι αύρες από πίσω μαλακές
…………………ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη –
όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά
…………………και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη.
Στέρεψε του θεού η υπομονή,
…………………«χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα»,
κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή
…………………εχύμηξε και άνοιξε το βήμα.
Πως το ζαγάρι το γαλατικό
…………………σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει,
κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί,
…………………εκείνος πολεμάει να ξεφύγει·
του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς,
…………………ίγο ακόμα και τον έχει φτάσει,
τανύζει τη μουσούδα του μπροστά,
…………………λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει.
Τρέχει ο λαγός – ξεφεύγει απ’ το σκυλί
…………………γιά πιάστηκε, δεν το γνωρίζει ακόμα,
τραβιέται απ’ τα σαγόνια του εχθρού
…………………και ξεμακραίνει απ’ τ’ ανοιχτό του στόμα.
Όμοια τρέχαν κόρη και θεός –
…………………με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο,
μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά
…………………με τα φτερά τού Έρωτα στον ώμο.
Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό,
…………………ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη
τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά
…………………και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει.
Η δύναμή της σώθηκε, χλομή,
…………………κατάκοπη απ’ της φυγής το μόχθο
έβγαλε απ’ τα στήθια της φωνή
…………………στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο:
«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί
…………………λογιάζονται μες στων θεών την τάξη,
απ’ τη μορφή που άρεσε πολύ
…………………απάλλαξέ με, καν’ την να χαλάσει!»
Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει
…………………και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει,
λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά
…………………τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη.
Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά,
…………………μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια,
κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη
…………………τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια.
Η κεφαλή της έγινε κορφή,
…………………η λάμψη της επέρασε στο φύλλο.
Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά,
…………………και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο,
κάτω απ’ τη φρέσκια φλούδα του κορμού
…………………νιώθει καρδιά που χτύπαγε ακόμα.
Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά,
…………………σα να ’τανε τ’ αλλοτινό της σώμα
κι έκανε να της δώσει ένα φιλί·
…………………κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω,
«σ’ αγάπησα», της είπε ο θεός,
…………………«κι αφού γυναίκα δε θα σ’ αγαπήσω,
το δέντρο που ’χεις γίνει θ’ αγαπώ,
…………………κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου,
θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή
…………………κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου.
Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ,
…………………κι όπου κραυγή της νίκης βακχεμένη
με δάφνινο στεφάνι ο νικητής
…………………στο Καπιτώλιο πάντα θ’ ανεβαίνει.
Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ
…………………θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο,
του ηγεμόνα θα ’σαι θυρεός
…………………αγκαλιαστή με της δρυός τον κλώνο.
Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί
…………………στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι,
όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά
…………………παντοτινή κι ολόφρεσκια θα θάλλει!»
Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού
…………………κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη
της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή
…………………σα να ’στερξε του Απόλλωνα τη γνώμη.

Οβιδίου Μεταμορφώσεις, Βιβλίο 1, στ. 452-567,
(= Θ. Δ. Παπαγγελής,  Σώματα που αλλάξαν τη θωριά τους, 2009)

.

Πώς ο νους δε χάνει την ελπίδα.
Σε πράγματ’ ασήμαντα μένει κολλημένος
Και με τα χέρια σκάβει, λυσσασμένος,
Για να βρει στο τέλος μιαν ακρίδα!

Μπορεί ν’ ακουστεί τέτοια φωνή
Εδώ, στον κύκλο των πνευμάτων;
Και όμως η ψυχή μου ευγνωμονεί,
Εσένα, τ’ αθλιότερο όλων των πλασμάτων.
Με λύτρωσες απ’ την απελπισία,
Που τις αισθήσεις μού
κανε κουρέλι.
Αχ, με τόσο πελώρια οπτασία
Θα
πρεπε να νιώθω παιδαρέλι.

Εγώ, που μ’ έβλεπα σαν ομοίωμα Θεού
Πίστευα πως άγγιζα την αιώνια αλήθεια,
Ήθελα να γευτώ τη λάμψη τ’ ουρανού
Και ν’ αποβάλω κάθε θνητού συνήθεια.
Εγώ, σα χερουβείμ, που όλο δυναμώνει
Στις φλέβες της φύσης έλεγα κυλώ
Και των Θεών το βίο ζητούσα να χαρώ.
Για το θράσος μου πόσο μετανοώ,
Μια βροντερή φωνή μ’ έκανε σκόνη.

Κακώς είχα το θράσος να σου μοιάσω!
Κι αν είχα δύναμη για να σε πλησιάσω,
Να σε κρατήσω η δύναμη δε σώνει.
Κείνη την άγια στιγμή
Ήμουν παιδί αντρειωμένο.
Μ’ έστειλες πίσω στη γραμμή
Στ’ αβέβαιό μου πεπρωμένο.
Τί ν’ αποφεύγω, ποιος θα μου το μάθει;
Να υπακούω σε κάθε μου ορμή;
Αχ, οι πράξεις μας, το ίδιο και τα πάθη
Της ζωής μας κόβουν τη ροή.

Σα φτάνουμε στου πνεύματος το μεγαλείο
Ξένο σώμα πάνω του κολλάμε
Και το καλό στον κόσμο σα μετράμε,
βλέπουμε πως είναι ψεύτικο, γελοίο.
Αυτοί που μας έδωσαν ζωή και της ψυχής τα κάλλη,
Παγώνουν σα βρεθούν μες στην επίγεια ζάλη.

Όταν με τόλμη τα φτερά ανοίγει η φαντασία
Και στο αιώνιο προσδοκά ν’ ανυψωθεί,
Μια στάλα τόπος μπορεί να της αρκεί,
Μόλις στη δίνη των καιρών χάσει την ευτυχία.
Η έγνοια βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει,
Σκάβει κρυφές πληγές και μας σπαράζει.
Μας κλέβει κάθε μας χαρά, κάθε ηρεμία
Και πάντοτε σκεπάζεται με νέα προσωπεία.
Πότε χωράφι, σπίτι κι οικογένεια εμφανίζει,
Άλλοτε δηλητήριο, μαχαίρι και φωτιά,
Τρέμει κανείς το άγνωστο με κάθε του ματιά,
Κι ό,τι δεν έχασε, με δάκρυ το ποτίζει.

Δε μοιάζω στους Θεούς! Προχώρησα πολύ!
Με το σκουλήκι μοιάζω, που σκάβει μες στη γη.
Σ’ αυτό που σέρνεται και ζει μέσα στη σκόνη,
Ώσπου αγνώστου πέλμα με βία το σκοτώνει!

Δεν είναι σκόνη, αυτός ο τοίχος ο ψηλός,
που με χιλιάδες ράφια με πλακώνει;
Η ανόητη φλυαρία που με ζώνει
Και προς το σκώρο με σπρώχνει διαρκώς;
Εδώ θα βρω ό,τι δεν έμαθα με τόσους κόπους;
Θα ξεφυλλίζω τόμους τα βιβλία,
Για να δω πως τυραννία βασανίζει τους ανθρώπους
Και πως ελάχιστοι κατακτούν την ευτυχία;
Τί μου γελάς, άδεια νεκροκεφαλή;
Κι εσένα το μυαλό σου βρέθηκε θολωμένο,
Έψαξε την αλήθεια σε δύση και ανατολή,
Και βγήκε στο τέλος οικτρά απατημένο!
Με ειρωνευτήκατε όργανα, που με σπουδή,
Μου δίνατε κύλινδρο, τροχό και σμίλη,
Ήμουν στην πόρτα, κι είσαστε το κλειδί,
Γεράσατε μα δεν ανοίγεται την πύλη.
Μέρα καταμεσήμερο, στο φως
Το πέπλο δε σηκώνεται της φύσης
Κι ό,τι δε θέλει να γνωρίσεις
Δεν ξεσηκώνουν τροχαλία και μοχλός.
Εσύ, παλιό και άχρηστο εργαλείο,
Σε κρατώ μόνο για του πατέρα μου τη χάρη
Κι εσύ, παλιά περγαμηνή, που λυχνάρι
Θα σε καπνίζει, όσο φωτίζει το γραφείο.
Κάλλιο το λιγοστό μου βιος να
χα σκορπίσει,
Παρά με λίγα φορτωμένος να ιδρώνω!
Ό,τι απ’ τον πατέρα σου έχεις κληρονομήσει,
Θα το κρατήσεις, αν το κερδίσεις μόνο!
Τ’ άχρηστο είναι βαρύ φορτίο.
Αξίζει μόνο της στιγμής το μεγαλείο.

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Φάουστ, Μια τραγωδία,
Μέρος πρώτο, στ. 602-685, μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, 2001

.

Aποκαλύπτεται ο Σιγισμούνδος, αλυσοδεμένος,
ντυμένος με τομάρια ζώων, και κρατώντας ένα λυχνάρι.

Ο άμοιρος εγώ, ο δυστυχισμένος!
Με βλέπεις, ουρανέ, πόσο υποφέρω
·
πες μου: τόσο πολύ σ’ έχω προσβάλλει
που ήρθα στον κόσμο, κι έχεις επιβάλλει
τέτοια σκληρή ποινή; Αν κι ίσως ξέρω
γιατί η γέννησή μου είν’ η αιτία
να λιώνω εδώ, σε μαύρη φυλακή:
η γέννηση του ανθρώπου μόνο αρκεί,
αυτή
ναι η πιο μεγάλη του αμαρτία.
Μα σε ρωτώ, ουρανέ, κι εσύ αποκρίσου,
να βρω μια λογική στα βάσανά μου:
έξω απ’ τη γέννηση, ποιό έγκλημά μου
προκάλεσε τη φοβερή οργή σου
για να
χω τέτοια τύχη; Δεν γεννιούνται
στον κόσμο πλάσματα άλλα; Αυτά τί κάνουν;
Γιατί τόσα προνόμια απολαμβάνουν,
προνόμια που εμένα μου στερούνται;
Γεννιέται το πουλί, και κελαηδάει,
ίσα-ίσα μια μικρή μπάλα από χνούδι,
όμορφο, λες, σαν φτερωτό λουλούδι
η φύση το
χει πλάσει. Όμως πετάει,
αρνιέται της φωλιάς την προστασία
σκίζει τη διάφανη οροφή του κόσμου
·
κι εγώ, με πιο πολλή ψυχή εντός μου,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το αγρίμι, στολισμένο
μ’ όμορφα στίγματα, λες και η φύση
μ’ αστερισμούς τού έχει ζωγραφίσει
το δέρμα. Μα σαν νιώσει πεινασμένο,
θα δείξει την τυφλή του θηριωδία
και άγρια θα ξεσκίσει τη βορά του
·
κι εγώ, που ένστικτα έχω ανώτερά του,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το ψάρι, τυφλό σπέρμα
του αφρού και των φυκιών, κι ούτε αναπνέει,
άβουλο μες στα κύματα επιπλέει
σαν ασημένια βάρκα δίχως έρμα.
Κι όμως, βουτά στην άβυσσο την κρύα,
τα απύθμενά της βάθη να μετρήσει
·
κι εγώ, που έχω βούληση και κρίση,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται το ρυάκι, στα λουλούδια
ανάμεσα τις σπείρες ξεδιπλώνει
σαν φίδι που ολοένα μεγαλώνει.
Κι αμέσως, με κελαρυστά τραγούδια,
υμνεί του κάμπου τη γενναιοδωρία
κι ελεύθερο κυλάει, χωρίς εμπόδιο
·
κι εγώ, που έχω της ζωής το εφόδιο,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Η σκέψη αυτή μαρτύριο μού
χει γίνει,
ηφαίστειο που μου καίει τα σωθικά μου,
και μου
ρχεται να κάνω την καρδιά μου
χίλια κομμάτια. Ποια δικαιοσύνη,
ποια λογική, ποιοι νόμοι έχουν στερήσει
από τον άνθρωπο ένα δώρο θείο
που απλόχερα χαρίζουν στο θηρίο,
στο ψάρι, στο πουλί, σ’ όλη τη φύση;

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις «ημέρες», μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

.

Και κατεβήκαμε στη θάλασσα και στο καράβι
και το καράβι πρώτα εσύραμε στα θεία πελάγη
και το κατάρτι υψώσαμε στο ολόμαυρο καράβι.
Τ’ αρνιά ανεβάσαμε ύστερα, κ’ εμείς βαριά θλιμμένοι
βγήκαμε πάνω αμίλητοι, ζεστό χύνοντας δάκρυ.
Και πίσω απ’ το καράβι μας με τη γαλάζια πλώρη,
σαν καλός φίλος το πανί μάς τέντωνε ο αέρας
που έστελνε η Κίρκη η τρομερή με τις μακριές πλεξούδες.
Καθίσαμε, όταν τέλειωσε κάθε έργο στο καράβι,
κι ο άνεμος το πήγαινε μαζί με τον ποδότη
κι όλη τη μέρα με κυρτό πανί ποντοπορούσε.
Έγειρε ο ήλιος κι όλοι οι δρόμοι ισκιώναν, και το πλοίο αράζει
στα πέρατα του Ωκεανού που αργά βαθύς κυλάει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και το καράβι εκάρφωσε στην άμμο εκεί· τραβώντας
τότε τ’ αρνιά, βαδίσαμε πλάι στ’ ωκεάνειο ρέμα,
ώσπου στον τόπο φτάσαμε που
χε αρμηνέψει η Κίρκη.
Και της θυσίας τα ζώα εκεί κράτησε ο Περιμήδης
μαζί με τον Ευρύλοχο· κ’ εγώ με το σπαθί μου
λάκκο έσκαψα μια πήχη μάκρος κι άλλο τόσο πλάτος
και γύρω του έχυνα χοή σ’ όλους τους πεθαμένους.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Με δεήσεις τότε και με ευχές τα πλήθη των νεκρών
παρακαλούσα, κ’ έσφαξα τ’ αρνιά πάνω απ’ το λάκκο
κ’ έτρεχε το αίμα σκοτεινό· και νά, μέσ’ απ’ τα ερέβη
ψυχές μαζεύονταν πολλές νεκρών καταλυμένων.
Νυφάδες έβλεπα και νιους, γέρους βασανισμένους,
και τρυφερά κορίτσια με καρδιά γεμάτη πένθος,
άντρες όπου είχαν τρυπηθεί από χάλκινα κοντάρια,
και πολεμάρχους μ’ άρματα που ακόμη εστάζαν αίμα.
Άλλοι απ’ εδώ, άλλοι απ’ εκεί έρχονταν προς το λάκκο
με θεία βοή, κ’ εμέ χλωμός με συνεπήρε τρόμος.
Και τότε τους συντρόφους μου φώναξα και προστάζω
τ’ αρνιά που ακόμη κείτονταν σφαγμένα απ’ το χαλκό μου
να γδάρουν, να τα κάψουν και στους θεούς ευχές να κάμουν,
στον παντοδύναμο Άδη, στη μεγάλη Περσεφόνη.
Κ’ εγώ το μυτερό σπαθί σέρνω από το πλευρό μου
κ’ έδιωχνα πέρα των νεκρών τα ανήμπορα κεφάλια,
μακριά απ’ το αίμα, ώσπου να
ρθεί η ψυχή του Τειρεσία.
Κ’ ήρθε η ψυχή του Ελπήνορα, πρώτη, του σύντροφού μας,
που ακόμη κάτω απ’ την πλατειά γη δεν ηταν θαμμένος
(το σώμα του το αφήσαμε στης Κίρκης το παλάτι
άκλαυτο κι άθαφτο, γιατί μας βιάζαν άλλες έγνοιες)
και σαν τον είδα εδάκρυσα, τον πόνεσε η ψυχή μου·
«Ελπήνορα, μες στο θαμπό σκοτάδι αυτό πώς ήρθες;
πεζός μ’ επρόφτασες εμέ που ερχόμουν με καράβι!»
Έτσι είπα κι αναστέναξε και μ’ αποκρίθη εκείνος:
«Μ’ έφαγε η μοίρα μου η κακή και το βαρύ μεθύσι.
Δεν ένιωσα, όπως πλάγιαζα στης Κίρκης το παλάτι,
να κατεβώ από την ψηλή τη σκάλα που είχα ανέβει,
παρά ίσια από το δώμα της έπεσα κ’ ετσακίστη
ο αυχένας μου και κάτω εδώ στον Άδη ήρθ’ η ψυχή μου.
Και τώρα σε παρακαλώ, στ’ όνομα των δικών σου,
της γυναικός, τ’ αφέντη σου, μικρόν που σ’ είχε θρέψει,
του Τηλεμάχου, που έχεις μόνο αφήσει στο παλάτι:
Ξέρω, απ’ τον Άδη φεύγοντας, πως στο νησί, την Αία,
θ’ αράξεις πάλι το καλοφτιαγμένο μας καράβι.
Παρακαλώ σε, βασιλιά, κ’ εμέ θυμίσου τότε:
άκλαυτο κι άθαφτον εκεί μη φύγεις να μ’ αφήσεις,
για να μη γίνω εγώ αφορμή οι θεοί να σου θυμώσουν.
Κάψε με μ’ όλα τ’ άρματα, όσα έχω, κ’ ένα μνήμα
φτιάξε μου στην ακρογιαλιά, στο κύμα πλάι π’ αφρίζει,
να μου θυμούνται τ’ άτυχου όσοι στον κόσμο θά
ρθουν.
Κάμε το αυτό, και το κουπί στήσε στον τάφο απάνω,
που είχα, όταν ζούσα κ’ έλαμνα μαζί με τους συντρόφους».
Έτσι είπε κι αποκρίθηκα και μίλησα: «Θα κάμω,
καϊμένε φίλε, αυτά που λες και θα τα ξετελειώσω».
Τέτοια ανταλλάσαμε κι οι δυο λόγια γεμάτα πίκρα,
εγώ απ’ τη μια με το σπαθί γυμνό πάνω απ’ το αίμα
κι από την άλλη, λέγοντας πολλά, του φίλου ο ίσκιος.

Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ (απόσπασμα),
μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου, Παλίμψηστον, τχ. 2, Ιούνιος 1986

.

Τυλίγοντας τα κύματα
Σαν τις δαιμονισμένες
Γυρίζουν αφρισμένες
Του μελτεμιού οι ανέμες

Ολημερίς δεν έκοψε
Η πελαγίσια λύσσα
Που χάση κόσμου εφύσα
Γραμμή στην πλώρη σου ίσια

Μα το τιμόνι απόμεινε
Στα χέρια του λοστρόμου
Στα πιο γοργά του δρόμου
Καταμεσής του τρόμου

Στις ξέρες γύρω τίποτα
Παρά μονάχα ξύλα
Και του θανάτου σκύλα
Στου κάβου τη μαυρίλα

Τυλίγοντας τα κύματα
Σαν τις δαιμονισμένες
Γυρίζουν αφρισμένες
του μελτεμιού οι ανέμες.

.

* * *

.

Μάνα νύχτα μέρα μένω
Τον πνιγμένο να προσμένω
Με καμπάνια και τρισάγιο
Στο θαλασσινό μουράγιο
Στην τραγάνα στην αμμούδα
Στη σουρένα στη φυκιάδα
Τον προσμένω μερονύχτια
Φασκιωμένο με τα δίχτυα
Μοσχοθαλασσοπλυμένο
Της γοργόνας χαϊδεμένο

Το μωρό που βρήκε οϊμένα
Την παντοτινή του γέννα.

.

Συλλογή, 1991

.

Δεν είν’ ο τρόπος που χαμήλωναν τα μάτια,
μια κόπωση στα βλέφαρα που
χαν ξεβάψει,
μια εκκρεμότητα φιλιού στα σκαλοπάτια,
έξω απ’ την πόρτα τους, τη νύχτα, με τη λάμψη
πέρα της έναστρης γαλήνης που
χει πάψει
από καιρό στων Αθηνών τις συνοικίες
να ιστορεί τους έρωτες που
χουν συνάψει
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Μήτε οι μισάνοιχτες ποδιές, των εσπερίδων
τ’ άγουρα ξημερώματα κι οι παραινέσεις
·
στις ανθισμένες νεραντζιές, οδός Ατθίδων,
η Αλίνα αναλαμβάνεται (
πόσο μ’ αρέσεις»)
σε κάποιο αέρα γαλλικό (
θα με καλέσεις
πάλι στη χώρα του φιλιού σου, στις αιθρίες ;»)
κι επαληθεύονται σαν τρυφερές αιρέσεις
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Κάτι αόριστα οικείο που επιστρέφει
τελεί τη μνήμη των ωρών και τη μορφή τους
·
τώρα που ο κόσμος αποσύρθηκε κι εκτρέφει
λαούς συμβόλων με κραυγές και παρακλήτους,
μόλις που ακούγεται στο βάθος η φωνή τους,
με ροδοδάφνες, σιντριβάνια, συναυλίες,
γιατί τα δάση που αντηχούν πήραν μαζί τους
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Ποιος θα δεχτεί τη λύπη τους, ποιος θα τη γράψει;
Εσείς, Κυρία μου, σε τέτοιες Αρκαδίες
δεν θα φοιτούσατε ποτέ
· και θαχουν κλάψει
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997