.

Σκιές δυό απ’ αλάβαστρον ολίσθαιναν επίσημα
πάνω απ’ τη σύναξη των Βαλκυριών.
Να ήταν θωπεία εγχόρδων; να ήταν φύσημα
του λίβα στις ανταύγειες των κεριών;

Μα . . . εκείνος ο ξερός λυγμός (ο εκτός κυκλώματος)
που αβγάτιζε τ’ αδέσποτα σκυλιά;!
Και ο Θεός; . . . Βουβός; . . . και ανέστιος; . . . και . . . αόμματος;
τους μπράβους που οδηγούσε στη Σπηλιά;

Θα ταν κοντά τ’ άγρια μεσάνυχτα, όταν φύγαν α-
πό τη γιορτή οι τζουτζέδες . . . Άι σιχτίρ,
κι εμείς μαζεύαμε, όπως-όπως, λίγα φρύγανα
να συντηρήσουμε το ανίερο πυρ! . . .

Και τούτο, ίσως, γιατί οι τρελοί κι οι ερημοσπίτηδες
απαγκιάζουν στη Μεταφυσική.
Μα αύριο, να δεις, θα πουν πως το κάναμ’ επίτηδες
και φτάσαμε τα πράγματα ώς εκεί.

In modo misto genuino, 2005