.

Σκιές δυό απ’ αλάβαστρον ολίσθαιναν επίσημα
πάνω απ’ τη σύναξη των Βαλκυριών.
Να ήταν θωπεία εγχόρδων; να ήταν φύσημα
του λίβα στις ανταύγειες των κεριών;

Μα . . . εκείνος ο ξερός λυγμός (ο εκτός κυκλώματος)
που αβγάτιζε τ’ αδέσποτα σκυλιά;!
Και ο Θεός; . . . Βουβός; . . . και ανέστιος; . . . και . . . αόμματος;
τους μπράβους που οδηγούσε στη Σπηλιά;

Θα ταν κοντά τ’ άγρια μεσάνυχτα, όταν φύγαν α-
πό τη γιορτή οι τζουτζέδες . . . Άι σιχτίρ,
κι εμείς μαζεύαμε, όπως-όπως, λίγα φρύγανα
να συντηρήσουμε το ανίερο πυρ! . . .

Και τούτο, ίσως, γιατί οι τρελοί κι οι ερημοσπίτηδες
απαγκιάζουν στη Μεταφυσική.
Μα αύριο, να δεις, θα πουν πως το κάναμ’ επίτηδες
και φτάσαμε τα πράγματα ώς εκεί.

In modo misto genuino, 2005

.

Διότι οι δρόμοι της φυγής
είναι μ’ εκείνους της επανόδου
συναφείς (αν όχι απλώς οι ίδιοι)
— ώστε σύνεση πρέπει μεγάλη,
μνημοσύνη και προπάντων αιδώς,
εάν δε θες να σε φέρνουν διαρκώς
όλο πίσω και πάλι.

Νυκτιφανή, 2005

.

στον Ηλία Λάγιο

Τώρα είναι ήσυχα εδώ κάτω. Γαλήνη.
Οι διάβολοι αναπαύονται στην παχιά αιθάλη.
Άλλοι κόβουν τα νύχια τους. Άλλοι
θυμούνται τα παλιά. Μια μωβ σελήνη,

οδοντωτή, ολοστρόγγυλη, βουτάει και σβήνει
στο ζεστό θειάφι, που έχει σχεδόν κοπάσει.
Οι φλόγες χαμηλώσαν. Από πισσωμένα δάση
πότε-πότε πετούν τραγουδώντας σμήνη

μαύρων αγγέλων (αγάλλονται τα ερέβη
με τα «Εν υψίστοις» σε largo ή andante),
ενώ ένας καθιστός
—που ξέμεινε— αφοδεύει
πίσω από μια βλοσυρή προτομή του Ντάντε.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Α, ρόδο, είσαι άρρωστο,
τ’ αόρατο σκουλήκι,
που το
φερε η θύελλα
απ’ της νυχτός τα μήκη,

βρήκε βαθιά την κοίτη σου,
το πορφυρό σου κέφι,
κι ο σκοτεινός του έρωτας
κρυφά σε καταστρέφει.

Διονύσης Καψάλης, Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

.

Στον Άγγελο Σ. Βλάχο

Μ’ εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις αντένες πίσω στα πρυμνά
σαλπάρησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πάει πουθενά. . .

Χρόνια πλανιέται δίχως επιβάτες
κι έχει στ’ αμπάρια πίσσα και μπετόν
και το κατάστρωμά του είναι γεμάτο
με τις ψυχές των άσημων ποιητών. . .

Οι στίχοι τους τρικλίζουν μεθυσμένοι
σαν ανθρωπάκια μαύρα σε cartoon
κι όλο γυρεύουν της αθανασίας
κάποιο λιμάνι ν’ αποβιβαστούν. . .

Όμως μια ξέρα στ’ άγναντο δε βρίσκουν
μόνο νεκρούς απ’ τον «Τιτανικό»
κι απελπισμένες ψάχνουν οι ψυχές τους
μιας χίμαιρας να βρουν το ιδανικό. . .

Είν’ όλοι τους οχτώ χιλιάδες έξι
στη γη που δεν τους διάβασε κανείς
κι ένας εγώ στην όχθη που προσμένω
γραμμένος σε μια λίστα αναμονής. . .

Πλοίο τρελό, μ’ αλλόκοτο φορτίο
στην ουτοπία χάνεται και σβεί,
χρόνοι ληστές αφάνισαν τους στίχους
κι οι ποιητές απόμειναν βουβοί. . .

Μ’ εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις γοργόνες πίσω στα πρυμνά
ναυάγησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πήγε πουθενά.

Λευκή μουσική, 1998

.

Έτσι. Μέρες ξεραίνονται. Και νύχτες κιτρινίζουν.
Η μουσική που σου
λαχε φέρνει κάτι πουλιά
πνιγμένα. Κι αν στο χέρι σου ανθεί νεκρή τους η λαλιά
στο αίμα βόσκει αντίλαλος κι οι αρμοί σου βρύσες λύνουν.

Μαζεύεις χώμα στη φωνή. Πικρό νερό στα χείλη.
Με τη φρυγμένη γλώσσα σου κλέβεις μαύρη δροσιά.
Με την ανάσα που σκιρτά σαν φλόγα στο καντήλι
ποια τη χωνεύουν χώματα, ποια τη βαστούν νερά.

Τί ξεδιπλώνεις νήματα. Τί θάβεις μες στις λέξεις —
Φίδια δραπετεύουνε στ’ άπατα του χαρτιού.
Θα μείνει πέτρα ασήκωτη, το σίδερο θα δέσει
θα στάξει κόμπους η σκουριά στο λύχνο του ματιού.

Λατομείο, 2002

.

Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι
κι έμεινε απ’ το ποίημα μόνο ο τίτλος
σα στέγη, που εγκατέλειψαν οι τοίχοι
αφού η ψυχή δεν είναι πια ο στύλος.

Έφυγε και ο τελευταίος φίλος
που τη ζωή σου βοήθησε ν’ αντέξεις.
Τον Δον Κιχώτη χλεύασε ένας μύλος
κι εσένα σε αλέθουνε οι λέξεις.

Αν θες κορώνα-γράμματα να παίξεις
το ποίημα που σου ορίστηκε ν’ αρχίσεις,
το νόμισμά σου μόνο να μην ψέξεις.

Να ξέρεις κάτι πρέπει, αν ατυχήσεις:
Γεννιέσαι και πεθαίνεις από τύχη.
Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Βότανο γλυκύ της Θεοτόκου. Η φλόγα στο προσκυνητάρι. Πλάι,
Μαύρο χαράκι ριζιμιό. Κι απορημένο ελάφι πολλών ήχων.
Με γραφές χοϊκές – κι άλλα σημάδια.

Ήμουν επάνω στα βουνά
Στην περιδιάβαση τσ’ αυγής, στο πύρωμα τσ’ ακτίνας.
Με τ’ άλογό μου, τα σκυλιά, το θαρρετό πετρίτη,
Ολημερνίς να κυνηγώ· μ’ όπου ξαμώσω: σφάλλω,
Κι Άστρη πλουμίζω κι Ουρανούς, με λαμπερές σαΐτες.
Λαγοί κι αγρίμια, πέρδικες, θεριά, χαρές εφύγα,
Κι η όρεξή μου εχάθηκε, τα νάκαρά μου λίγα,
Που εθώρου κακοσύβαστοι να μ’ ακλουθού συντρόφοι
Κι ουδέ ψηφού τη γνώμη μου, και στανικώς τως τρέχου,
Άμοιαστα, κι επομείνα λες, δίχως εξάν αφέντη. . .

Πίβουλη μέρα! ’πέρασε, νυκτώθηκα από κόπου,
Γιατ’ ήσα νέφαλα κοντά, μα κι οι εμιλιές του τόπου
Σα δυο λιοντάρια εσίμωναν, σα δέκα αρματωμένοι,
Που για θανάτους εκατό, περνού συντροφιασμένοι
Και ξεριζώνου τα δεντρά, κόβγου, χαλού τσι στράτες,
Του φόβου, δίδου το ζιμιό, πάνω στο νου τ’ αθρώπου,
Μαύρα μαντάτα, κονταρές, χαλικισμό, και ζάλη.
(Ώρα δεν είναι να δειλιώ γή να καταλαγιάσω·
Ας πάγω ομπρός.) Κι απαρθινά, ήλαχα σ’ ένα δάσο
Βαθύ, και μ’ αναπνιά θολή κι αφορμισμένα φύλλα,
Μες στα κλαδιά αναστεναμούς κι αναλαμπές. Κι εκύλα
Παντόθες, μήλα αφτούμενα, με βια τ’ αστροπελέκι
Που ’μοιασ’ η γης λαβωματιά, μ’ άθου σταυρούς στη μέση.
Και μια μου ’σώπαινε η καρδιά, και μια ’θελ’ αρχινίσει
Και τ’ ανεπόλπιστά ’πιανε γοργά να σγουραφίσει:
Όριζε φως, κρούγει φτερά, ψηλά πετά και πηαίνει
Και του Κριτή το θάμασμα και μέγα πλούτος φέρνει.
Νιώθω τα μέλη σοθετά, πολλά γαληνεμένα,
Κουρφά ποτάμια και χρουσά στσι φλέγες μου λυμένα.
Περιλαμπάς, το ριζικό, με σπλάχνος φανερώνει
Μια κοίτη, που έρμη κι άραχλη, Νότο Βορρά φραμένη,
Να φυλακτώ, ν’ αναπαγώ, θαρρείς και μ’ ανιμένει.

Εκεί ηύρα το κλινάρι μου κοντά στο μεσονύχτι.
Κι οι σύντροφοι του κυνηγιού παραμεράς εγείραν.
Με λουχτουκιά ο Σιδερής, τρέμει κι αναχεντρώνει,
Γή μονιτάρου, κρύβγεται, κι αράσσει σα βερτόνι.
Εμάτωσέ μου την καρδιά, εδέτσι να ’ναι, κι ώστε
Με το κανάκι εμέρωσε, με το σιργούλιο γιαίνει,
Κι εγλύτωκε. Το πελελό κύμα φυρά τ’ ανέμου,
Μια σιγανάδα ευρίσκετο, που πέταλο να κλείσει,
κι από μακρά νιοφτέρουγο βαλθεί να πουρπουλίσει,
Και φλέγα με κρυγιό νερό στα σωθικά του βράχου,
Όλα πληθαίνου· στ’ όνειρο, πορεύγεται κι η Μοίρα.
Κι η Μοίρα μου π’ αναρωτά: ποιος είμαι; τί γυρεύγω;
Κι ως είναι σύνωρη η ψυχή, ζω γή θεληματεύγω;
Και πώς – μα ξάφνου φως πολύ δαφνόδεντρα μ’ ασήμι,
Χλωμός σκοπός κι αμάλαγος, π’ αργά γλιστρά και δίδει
Στο λογισμό τα δώρα του. Κι αντίκρυ μι’ ασπροφόρα
Στέκει ψηλά· μα χαμηλά, πετώντας φτάνει τώρα.
Κι ασάλευτη, ασυντρόφιαστη, σε καταχνιά περίσσα,
Πλουμί τ’ αγέρα φαίνεται, μεγαλωμένη κίσσα.
Όντε τρυπά το νέφαλο κι έρχεται πλια κοντά μου
Σιμά θωρώ το τέλος μου κι εσύρθηκ’ η καρδιά μου:
Στ’ αλάργο, στ’ αθεμέλιωτο, στο πύργωμα του χρόνου,
Κι ως ήκαμα ν’ ακροσταθώ, στη λάμψη της επόνου.
Παντού κεντά· την όψη της μ’ ανάερη καλύπτρα
Κρύβει, και παίρνει και σκορπά του πόθου μου τα λύτρα,
Ζάλο το ζάλο φέρνοντας δάκρυα λησμονημένα,
Που χρόνους κι αν υπόμενα φεγγοβολού στον ένα.
Μαργαριτάρια, αμέθυστοι, βηρύλλια. . . μια καδένα

Πλατιά πάνω στο στήθος της, κι απολιγού κιανένα.
Κι ήλεγες με το σείσμα της, στη βλογημένη στράτα,
Σμάλτο ριζώνει πρόθυμο, Γης κι Ουρανού τα νιάτα.
Και με τη θείαν ελικιά, Ψυχή που εφανερώθη
Σαν απ’ τον αγγελοκρουμό, καλή ψυχή μού εδόθη.
Και ξάφνου, π’ αναντράνισα, μια φλόγα με τυλίσσει
(Στη δυνατότερη πηγή να ’σωνα, δε θα σβήσει).
Τότες εκείνη, μες στο φως, που ανθεί και κρίνει αντάμα
Τα χέρια ανοίγει· στάθηκε· κι εφάνιστή μου – (θάμα;)
Πως μ’ ανιμένει, πως μιλεί, γελά. . . μ’ απείς εστράφη,
Του κόσμου πηαίνω ο μοναχός, που ψάχνει τ’ άσπρο ελάφι . . .

Αρχιπέλαγος, 1997

.

Δριμύς χειμώνας κι έρεβος, με μόνες
Λάμψεις τους σταλαχτίτες του χιονιού
Την υποψία κρυμμένου φεγγαριού
Πάνω στις παγωμένες ανεμώνες.

Το φως μάς κόψανε κι ανάψαμε κεριά
Που κάποτε το τζάκι μας στολίζαν
Στα μπρούτζινά τους πόδια πάντα ελπίζαν
Την άχρονη να κάψουνε σκουριά.

Φλογίτσες, σαν τη σκέψη τρεμοπαίζουν
Αν είσαι ακόμα δέκτης προσκαλείς
Τʼ άγνωστο, μα δεν φαίνεται κανείς
Κι οι λάμπες οι σβηστές σε περιπαίζουν.

Η νύχτα προσπερνά τις τρεις φρουρές,
Στην τέταρτη αρχινάει να ξημερώνει.
Ανάτειλαν ξανά οι χαμένοι χρόνοι
Παγώνια ξανανοίγουν τις ουρές.

Μα είναι η φωνή τους φάλτσα και σε αγχώνει
Τʼ ουράνιου τόξου θα ʼλεγες κρωγμός
Αυτός που περιμέναμε χρησμός
Στο ξέφωτο διπλή στημένη αγχόνη.

Ωστόσο κάτι πρέπει να ʼχει γίνει
Που αντίστρεψε τη σβούρα των ετών.
Κοίτα! Σημάδια από νυχιές αετών
Που σπάραξαν του ονείρου σου την κλίνη.

Ανοίγεις το παράθυρο και ιδού
Μια μουσική κατάλευκη ανεβαίνει
Κουβάρι οι δρόμοι, αντίστροφα δεμένοι
Με το τραγούδι ενός τυφλού αοιδού.

Oμοιοκαταληξίες, 2005

Φωτό: Werner Gmelch

.

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του
30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

Νέα Εστία, τχ. 1741, Ιανουάριος 2002

.

Δεν «έχω άλλο στο νου μου πάρεξ . . . γλώσσα»
Μια γλώσσα για τις νέες καταστάσεις
Που δε θ’ αρκείται πια στα «όσα-όσα»
Αλλά θα καταγράφει τις ενστάσεις
Του νου μου τις απρόβλεπτες διαστάσεις,
Αφού σωριάστηκε η ζωή μου κάτω
Και πλέον μού σερβίρουν άδειο πιάτο
Κι η γλώσσα της παλιάς αναμελιάς μου
Δεν επαρκεί, γιατί έχω πιάσει πάτο —
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Κουτσά στραβά, περνάνε οι άλλες μέρες
Δουλειές, κι άλλες δουλειές, μετακινήσεις
Η μια την άλλη ακολουθούν, αιθέρες
Δε βγαίνουν απ’ το σπίτι μου ειδήσεις
Αλλά επιτίθενταί μου οι αναμνήσεις.
Τ’ άδειο δωμάτιο λίγο με κρατάει
Συνέχεια φεύγω, πέτρα που κυλάει
Δέσμιος πορεύομαι της πυρκαγιάς μου
Ξανά στους δρόμους, κι όπου, κι όσο πάει —
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Όμως τα Σαββατόβραδα όλ’ αλλάζουν
Οι ώρες οι δικές μου δεν περνάνε
Ζευγάρια και παρέες αλαλάζουν
Κάτω από το μπαλκόνι μου γυρνάνε
Στα μπαρ, στα θέατρα και στα κλαμπ τραβάνε.
Άσε οι εκδρομείς της Κυριακής
Τ’ αυτοκίνητα φορτώνουνε νωρίς
(Τους βλέπω από το ύψος της «σκοπιάς» μου)
Επιστρέφουν σκονισμένοι κι ευτυχείς.
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Τα ίδια στις γιορτές και στις αργίες
Γυναίκες, φίλοι και παιδιά: απουσίες
Που σβήνουν στην αχλύ της καταχνιάς μου
—Μπαλάντες γράφω, του αναγνώστη ανίες—
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Οι Αστικοί Χώροι είναι Ποίηση από μόνοι τους, 2008

.

Τρέχω βιάζομαι ασθμαίνω
ανεβαίνω κατεβαίνω
επιμένω υπομένω
με το ρήμα ειπωμένο

Σπεύδω ενεργώ ταχέως
και δεν σταματάω έως
δω το σώμα ιδρωμένο
με το ρήμα μαραμένο

Στο απόγευμα το φαύνο
βαίνω ολοταχώς ελαύνω
και ταχύνω και γοργώνω
και τον χρόνο τον οργώνω

τραγουδί τραγουδοχέρι, 2003

.

Ποιήσεως Μούσης εραστής
αν είσαι, μην χαϊδεύεις – χτύπα!
Κι ας μην λογιέσαι ποιητής –
χωρίς φουλάρι, δίχως πίπα!

Η παρλα-πίπα το στομάχι
μου ανακατεύει του καθένα.
Και μια αγκύλωση στην ράχη
δεν μου επιτρέπει ούτε σ’ ένα

στίχο να έχω κάποια κλίση.
Έτσι εξηγείται, το λοιπόν,
που όρθιος μέσα στων σκυφτών
το πλήθος έχω ξεχωρίσει.

Γι’ αυτό και δεν θα υποκλιθώ
σε κριτικούς λογοτεχνίας,
μα ευθέως θ’ αυτοπροταθώ
για Nobel λόγω ατεχνίας.

Ξινή θα έχω υποδοχή
στους κύκλους και στα σωματεία:
με λεμονόκουπες βροχή
που είναι ό,τι πρέπει στην ναυτία.

Μα κι αν με «θάψουν» όλοι αυτοί
θ’ απουσιάσω απ’ την κηδεία,
παίρνοντας τίτλο ποιητή
ποιητική αδεία!

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

Προτού κτυπήσει του όρθρου η καμπάνα
να ’ρθείς να με ξυπνήσεις αύριο, μάνα.
Αφήνοντας τη θαλπωρή του κόσμου
έξω θα βγω, και θα ’ναι ο αδελφός μου.  

Στον ύπνο μου τον είδα· στο παλτό του
είχε κρυμμένο τ’ άγιο πρόσωπό του.
Όρθιος, περιμένοντας στο χιόνι,
του Οκτώβρη κάτω τίναζε τη σκόνη.  

Θα βγω· κι αυτός μαζί του θα με πάρει
να βρούμε το λειψό, αρχαίο φεγγάρι.
Σκυφτοί θα περπατήσουμε στον δρόμο
πηγαίνοντας αργά, ώμο τον ώμο.  

Μάνα, αύριο νωρίς να με ξυπνήσεις
προτού τη λάμπα του σπιτιού μας σβήσεις.
Κι αν μάθεις πως ποιητής ήταν ο γιος σου
σβήσε το φως, και κάνε τον σταυρό σου.

Η στέππα, 2006

.

Το πλάνο γενικό: νύχτα, χειμώνας,
και κάθονται οι δυο τους πλάι στο τζάκι.
(Σαν άλλου κόσμου να
φτασε αεράκι,
καθένας τους κρυώνει κατά μόνας.)

Κάθονται από νωρίς: εφημερίδα
διαβάσαν, διαφώνησαν λιγάκι,
συμφώνησαν μετά να παίξουν σκάκι –
κι αφήσανε στη μέση την παρτίδα.

Κάθονται – και αργεί να φέξει η μέρα.
Καινούργιες δεν θυμούνται ιστορίες·
του γάμου τους κοιτούν φωτογραφίες –
κι ακούν διπλή της νύχτας τη φλογέρα.

Ασπρόμαυρες κοιτούν φωτογραφίες:
αμίλητοι, σαν πιόνια σε σκακιέρα,
(αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα;)
ποζάρουν με κυρίους και κυρίες.

Όλοι συγκινημένοι, όλοι δακρύζουν·
η νύφη κι ο γαμπρός χαμογελάνε.
Εδώ φιλιούνται, εδώ αποχαιρετάνε. . .
Εδώ – παίζουν τα μαύρα και κερδίζουν.

Ελλειπτική, 1998

11
.

Τί μαύρο φως
τί ανάστροφος

μ’ αρπάει βυθός. . .
Στην άβυσσο

με κυνηγά
το αίνιγμα

Ποιος είμαι, τί;
Ασύνδετη

μια πίστη ξέ-
νη μ’ έπαιξε

στα ζάρια, δε
λογάριασε

ποιανού η σφαγή
κι οι ασφόδελοι. . .

Ποιος είμαι, τί;
Πτώση, ενοχή

Οιδίποδας
ή τίποτα

Ούτε κριός
ούτε Θεός

στην κορυφή
ούτε άλλοθι

Σε σκότωσα
με σκότωσες

κι απόμεινα
στην σκοτεινιά

και στο γκρεμνό
των λέξεων

ο παλαβός
εγώ ο βοσκός

των συλλαβών
Μα λόγος και όν

ασύμβατα
ασύμβατα

Η ύπαρξη δεν
αρθρώνεται

Εν γη αλμυρά, 1996

 

.

Κάθεται όρθιος και καπνίζει στη στροφή
γέρνει και κάνει δοκιμή να δει την κλίση
χρόνο ζητάει για ν’ αυτοσυγκεντρωθεί
κι αμέσως ύστερα λιγάκι να ηρεμήσει.

Του αφέτη ακούγεται συρτό το πρώτο σήμα
δένει σφιχτά το μαύρο κράνος και τα γάντια
κλείνει τη φόρμα, πλησιάζει βήμα-βήμα
πάνω στην άσφαλτο στυλώνονται τα μάτια.

Τη μίζα γύρισε και το θεριό βρυχάται
τέρμα τα γκάζια, ανεβαίνει η αδρεναλίνη
καμένο λάστιχο ανασαίνει και θυμάται
στα δυο του χέρια της ζωής του η ευθύνη.

Δέκα χιλιάδες οι στροφές απ’ το μοτέρ του
και πλησιάζει στο μηδέν τον διπλανό του
έπιασε κόκκινο η βελόνα στο κοντέρ του
στρίβει, πλαγιάζει κι ακουμπά το γόνατό του.

Ορμούν μαζί κι οι δυο στην τελική ευθεία
στο βάθος φαίνεται το τέρμα κι η σημαία
άλλο ένα στοίχημα στης κόντρας τη μαγεία
φτάνει στο τέλος με μια νίκη σιαμαία.

Κανείς δεν κέρδισε, κανείς δεν έχει χάσει
μια διαδρομή μονάχα είναι το έπαθλό του
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ του να προφτάσει
να δει στα μάτια ζωντανό τον εαυτό του.

Περνάει το τέρμα και κρεμάστηκε στα φρένα
μα το σκαρί του έχει πιάσει το σφυγμό του
στιγμή δεν κόβει και χιμάει στα βρεγμένα
τα μονοπάτια τ’ ουρανού και στο κενό του.

Γεμάτοι έκπληξη κοιτούν οι θεατές του
πάνω στ’ αστέρια ένα μαύρο καβαλάρη
απομακρύνονται οι καπνοί απ’ τις φωτιές του
κι εκείνος βγάζει και πληρώνει το βαρκάρη.

geocities.com/enosieve, 2000

3

.

Και οι λοιποί συγκεντρωμένοι στο σαλόνι
να θυμηθούμε όλοι μαζί και όλοι μόνοι:
Το σαμοβάρι της γιαγιάς παλιό ασήμι
τριάντα χρόνια, όσα λείπει και εκείνη
και το ρολόι του αδελφού μου χρόνια οχτώ
σταματημένο. Το είδωλό μου πιο φριχτό
στέλνει ο καθρέφτης της μητέρας πάλι πίσω
χρόνια εννιάμισι και πώς να συνηθίσω;
Και το σεμαίν μου κεντημένο με μετάξι
αδημονεί κρυφά τη θέση μου ν’ αδράξει.

Τα πράγματά μας με τί τάξη και ησυχία
πιστά κρατάνε των θανάτων μας τ’ αρχεία!
λέω για ν’ ακούσω τη δική μου τη φωνή
και να πεισθώ πως είμαι ακόμα ζωντανή.
Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά μάς βλέπω πάλι
καιρό μετά στη σάλα τη μεγάλη
όλοι αντικείμενα, καθένας κι ένα δώρο.
Βλέπεις τί όμορφα στολίζουμε το χώρο;
Για να θυμούνται και να λένε οι Μετά:
Χρόνια δεκάξι, χρόνια οκτώ, μήνες επτά.

Κοντσέρτο στη Δρέσδη, 2004

.

……………………………………………………Στη μνήμη του Φρανσουά,
…………………………………………
…………του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τʼ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σʼ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η Θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τʼ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μʼ αρέσει.

Και μʼ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

Πού είναι τα πουλιά; 2004

.

Ανοίγω τη μικρή γυάλινη θύρα
του σκοτεινού παλαιοπωλείου, χτυπάει
παλιοκαιρνό κουδούνι μα κανένας
δεν έρχεται
.. Τριγύρω βασιλεύει
τέφρα σιωπής κι ακινησία θανάτου
Ποιος είναι εδώ; Ρωτώ και το κουδούνι
ξαναχτυπά καθώς η θύρα κλείνει
Νιώθω πως είμαι πια παγιδευμένος
σ’ ένα ψυχρό νεκροταφείο πραγμάτων
Μισοσβημένες προσωπογραφίες
παμπάλαια βάζα και μουγγά ρολόγια
ζώα και πετεινά ταριχευμένα
που με κοιτούν με το νεκρό τους βλέμμα
Χαμογελά χορεύτρια πορσελάνης
Μου γνέφει φιλικά μακάριος βούδας
Κάτι σα χνούδι νιώθω να μ’ αγγίζει
Ποιος είν’ εδώ; Ξαναρωτώ
και τότε
φέγγος θαμπό το χώρο πλημμυρίζει
Ξανθό κορίτσι βγάζει το κεφάλι
πίσω από τη ροτόντα και μου λέει
Σιγά .. μη σας ακούσει και σωπάσει
Παίζει φαγκότο πάλι .. τον ακούτε;
Παίζει φαγκότο
Κάτω
Στα θεμέλια

Υπήρξε, 1999