.

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια
αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο
κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,
μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.

Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους
με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,
δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,
τον Κωνσταντή στο ίδιο του το αίμα.

Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν
κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,
μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις
κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.

Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,
στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,
γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,
που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι γαλάζιο,
το ’νιωσα χθες όταν τα κύματα με πήραν,
σ’ ερημονήσια μ’ εξορίσαν να μονάζω
και ναυαγό μες στην αγκάλη σου με σύραν.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου πρασινίζει,
το ’ζησα χθες κι ήταν στο δάσος με θηρία,
κι αυτά μου μάθαν ν’ αγαπώ ό,τι κοστίζει,
ό,τι πονάει κι αδειάζει κάθε αρτηρία.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου μαύρο είναι,
μ’ έζωσε χθες και με ταξίδεψε στη θλίψη.
Να φύγω θέλεις μα μου λες σε λίγο «μείνε»,
ποιος εαυτός σου, ποιος, στο τέλος θα σου λείψει.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι αίμα,
κόκκινος κίνδυνος, φωτιά, σκληρό λεπίδι.
Επαίτης γίνομαι, μου φτάνει κι ένα ψέμα
απ’ την αρχή χαμένος νά ’μπω στο παιγνίδι.

Ο μάντης, 1994