.

Θα μου περάσετε —παρακαλώ— το αλάτι;
Α! Ευχαριστώ! Τι ωραία που το περνάτε!
Με όλο το θάρρος. . . να ρωτήσω ακόμα κάτι;
Αυτό το μαύρο το ψωμάκι θα το φάτε;

Α! Ευχαριστώ! Έχει και σουσαμάκι. . .
Ωραίο δεν είναι το σουσάμι; —Εσείς τι λέτε;—
κολλάει στα δόντια βέβαια λιγάκι
αλλά η γεύση που αφήνει δεν ξεχνιέται. . .

Αν δε σας κάνει κόπο. . . το κρασάκι; . . .
Να σας σερβίρω; Τι. . . δεν πίνετε Εσείς;
Ωραία περνάμε! Αν ανάβαν και το τζάκι. . .
σίγουρα θα έδινε μια νότα θαλπωρής. . .

Το όνομά σας; Α! Υπέροχο! Βαρώνη!
Τι ωραίο που ακούγεται απ’ το στόμα το δικό σας!
Κι ο κύριος δίπλα που έχει αρχίσει να θυμώνει;
Πω! Πω! Αφέλεια. . . ! Ασφαλώς. . . ο σύζυγός σας. . .

Συγνώμη κιόλας. . . αλλά αν δεν το πω, θα σκάσω
αυτός καλέ είναι ένα βήμα πριν πεθάνει
Μα το Θεό! Μπροστά του να σας αγκαλιάσω
ούτε μια κίνηση δεν πρόκειται να κάνει. . .

Χορεύετε; Α. . . επιμένω! Σηκωθείτε
—ποιος λογαριάζει αγαπητή μου το Βαρώνο!—
Ελάτε που σας λέω. . . αφεθείτε
Χορό σας ζήτησα δε ζήτησα το θρόνο!

Φτάνει! Αρκετά! ( Τα πήρε ο Βαρώνος )
Σκασμός εσείς! Όταν μιλάω Ησυχία!
Δώδεκα βήματα! Μετράμε ταυτοχρόνως
Φαντάζομαι θα
χετε δει μονομαχία.

Σταμάτησαν οι μουσικές. . . Κρασί. . . δε ρέει.
—Κανείς δεν γλίτωσε ποτέ απ’ το Βαρώνο.—
Όλοι γελάνε! Η Βαρώνη μόνο κλαίει
Ένα χορό. . . Πόσο τον ήθελε. . . Ένα. . . μόνο. . .

stixakias.wordpress.com, 2007

.

Αργά τα πόδια σου σε πάνε
στης γειτονιάς το ουζερί.
Γαλόνια ούζο σε κερνάνε
όσοι σε σκότωσαν νεκροί.

Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας
μαζεύονται ένα σωρό
ψυχές, με όραμα σαρδέλας
που θα
ναι μόνο ορεκτικό.

Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι
κουνούν με χάρη την ουρά.
Και μέσα στου πιοτού τη ζάλη
νομίζεις βγάλανε φτερά.

Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε
με ψαροκόκαλα αγκαλιά.
Είναι οι φίλοι που γυρνάνε
με μίας γάτας τη θωριά.

«Να ο Γιωργής με το μουστάκι
και ο Πανάγος με την πείνα,
να και το νόστιμο Μαράκι
που όλο τηγάνιζε αθερίνα».

Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους
γλείφοντας πόδια και κοιλιά
κάνουνε την υγιεινή τους
στου φεγγαριού τη μοναξιά.

Μεμιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις
κλείνουν τα μάτια ηδονικά.
Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις

από τη σόμπα πιο γλυκιά.

Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
τις χαιρετίσεις νευρικά,
το μάτι ίσως τρεμοπαίζει
θα τις κοιτάς, ένοχος πια.

Πάντα στη μέση ενός δρόμου
θα συναντάς μία, νεκρή.
Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου
θα την ισιώνουν σα χαλί.

«Να ο τεμπέλης ο Θανάσης,
ξαπλώνει ακόμα όπου βρει.»
Έτσι θα πεις και θα περάσεις
πάλι από πάνω της κι εσύ.

Γοργά το αμάξι σου σε πάει
στο σπίτι σου το ερημικό.
Μοιάζει η μνήμη που βρομάει
μ’ έναν πνιγμένο ποντικό. . .

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Σαν έρθει η ώρα του θανάτου μου ηχούν
πένθιμα οι σάλπιγγες, μα ο θρήνος πλεονάζει.
Στην αγκαλιά μου αργοσβήνουν, ξαναζούν
μια μια οι ώρες των ερώτων μου. Χαράζει

απ’ τις απέναντι κορφές το μαύρο άστρο
που
ναι της νέκρας ήλιος. Είναι μυροφόρος
η κοπελιά που πλάι μου κείται. Φίνο κι άσπρο
φουστάνι φέρει. Τη ρωτάω «οδοιπόρος

είσαι κι εσύ εδώ στον Άδη ή μήπως σφάλλω;»
«Ω ναι» αποκρίνεται εκείνη λυπημένη.
«Μα μη σκοτίζεσαι» της λέω «χαρισμένη

είναι σε μας η αθανασία και γουστάρω
αν συμφωνείς να πάμε, αγάπη μου, και τσάρ
κα
στον ποταμό Αχέροντα με βάρκα».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008