.

Το ποίημα αυτό δεν πρόκειται να μείνει –
είναι, όπως λένε, «περιστασιακό».
Εδώ γύρω, παλιά, είχε ένα καμίνι
που
βγαζε Αρχαίους Θεούς αρματωμένους
με κεραυνούς. Σήμερα με φακό
ψάχνεις να βρεις τα ερείπια του τεμένους.

Όταν πήγαν τον Θεό μου στην αγχόνη,
εγώ ήμουν μόλις έντεκα χρονώ.
Στο σπίτι είχε «περσέψει» ένα κουπόνι,
κι αβγάτισε ολωνών μας η μερίδα…
(Το «νέο» το βρήκαμε κάποιο πρωινό
σε –»γερμανόφωνη»– μια εφημερίδα. . .)

In modo misto genuino, 2005

Advertisements

.


Διάβαζες κάθε βράδυ εφημερίδα·
ποτέ δεν ήταν είδηση η ζωή σου.
Τα νέα θα σου γράψω απόψε: σ’ είδα
χλομό, κι όλοι φροντίζαν να σε ντύσουν.

Σαν να ’χε τελειώσει μια παρτίδα,
μαζεύανε τα πράγματα οι δικοί σου:
ήταν πια να γυρίσεις στην πατρίδα. . .
Στη σάλα περιμέναμε μαζί σου

κι ακούγαμε που χάραζεν η μέρα
και λιώναν οι νιφάδες στον αέρα.
Κοντά μας είχες μείνει όλο το βράδυ

κι έλεγα θ’ αναβάλεις το ταξίδι.
Μα ξάφνου ήσουν εκεί σαν το σημάδι
που μένει όταν χαθεί το δαχτυλίδι.

Ελλειπτική, 1998

.

Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου
ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο
της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ
κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!
Με γλώσσα φιδινή απ’ το δηλητήριο
τους δαίμονες καλώ μες στο σκοτάδι:

Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!
γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,
των δήμιων τις κάννες να δαγκάσω
στ’ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.
Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,
κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!

Απόγνωση, θεά, σκορπιών μητέρα,
στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!
Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο
κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,
σ’ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου
κλειδί συμπόνιας. . . Διάολε, τι λέω;

Στεφάνι πλέξε μου από παπαρούνες
αιμάτινες, στον θάνατο να τρέξω,
και δώσ’ μου, Σατανά, φρίκες να παίξω:
οχιές φαρμακερές, μαύρες κουρούνες,
παχιές ορέξεις δώσ’ μου –άγριες γουρούνες–
να κυλιστώ στην Κόλαση απ’ έξω!

Και όσοι τέτοιο ύφος αγαπάτε,
κεντρί, απ’ του θανάτου την ρομφαία,
την πένα μου έχω κάνει, για να πάτε
στην Κόλαση –αναγνώστες, αν τολμάτε–
ενός καταραμένου συγγραφέα,
μες από τις σελίδες που κρατάτε. . .

Καφέ Ρετρό, 2004