ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, Πρόλογος

21.05.2009

42

.

Μαζεύω γύρω μου χαρτιά τόσων ετών,
απομεινάρια μιας γιορτής που
χει σκορπίσει
γράφω ημέρα, μήνα, χρόνο, «ο αιτών»,
και βεβαιώνω όσους μ’ έχουν αγαπήσει
πως τους αγάπησα με μιαν αγάπη ίση·
όμως τις ώρες της σιωπής κι όταν κοιμάμαι,
σαν κάποιος θρίαμβος να μ’ έχει εκτοπίσει,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Κάτι τελείωσε λοιπόν; Ένα κοτσύφι
πήρε στα μαύρα του φτερά λίγη βροχή·
ψηλά στη λεύκα που φωτίστηκε σαν νύφη
κι έχει στα φύλλα της δροσιά και ταραχή,
πήρε τον κόσμο τρεις φορές απ’ την αρχή·
κι απ’ τη γιορτή που αναγγέλλει και δεν θα
μαι,
κι απ’ της φωνής του την απόδημη ψυχή,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Πώς να μιλήσω για το φως; Πέρασαν χρόνια,
παιδιά γεννήθηκαν, και γράφτηκαν βιβλία·
σκιές αντίδοτες τα μαύρα χελιδόνια
έρχονται, φεύγουν, γράφουν μια συνομιλία,
μια λησμονιά με του αέρα τη φιλία·
όμως στο λίγο φως που σκάβω και κοιμάμαι,
στην ολονύχτια σαθρή μου βασιλεία,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Είναι αργά, είναι νωρίς; Ό,τι κι αν πω,
μια παντομίμα εκτελώ με τα κρυμμένα·
και όπως γέρνω με το φως και αγαπώ,
μες στο φθινόπωρο που άρχισε για μένα
και είμαι μέσα του και σκέφτομαι σαν ένα
άχαρο σκιάχτρο που επάνω του κρεμάμε
παλιά αισθήματα, πολύχρωμα, φθαρμένα,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μη με ρωτάς για ποιους μιλώ: Με το βοριά
περνούν, αλλάζουν αφορμές, πλάθουν αιτίες·
όπως ανάβουν κι όπως σβήνουν τα κεριά,
φέγγουν σαν πρόσωπα δοσμένα σε νηστείες,
σε παραισθήσεις και των άστρων μαθητείες·
κι όπως βυθίζομαι στον ύπνο που κοιμάμαι,
και με κυκλώνουν οι θαμπές τους μεσιτείες,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μια πιο πολύ, ψηλά στον ίλιγγο, απ’ όπου
πέφτω στον ύπνο ξαφνικά μ’ ένα κοφτό
ύστατο χτύπημα βαθύ του ξυλοκόπου,
μετρώ σκιές με της καρδιάς μου το κρυφτό,
σ’ ένα παλάτι που σωριάζεται κι αυτό·
κι από το φόβο του θανάτου που φοβάμαι,
κι απ’ το παιδί που τα φυλά για να κρυφτώ,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Κι εσύ που ξέρεις η καρδιά μου αν κοιμόταν,
κι όπως στον έρωτα οι δυο μας περπατάμε,
μια στο σκοτάδι μια στο φως, και δεν φοβάμαι,
πόσο σε νιώθω πιο κοντά μου, νιώσε, όταν
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s