Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο,
νεροσυρμή στην εσχατία του πόνου·
με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου
την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου
Έλληνος, που θα χτίσει Παρθενώνα.
Να θεωρεί με την πίκρα, του αυτοκτόνου
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Θολωμένο και γύφτικο το μάτι·
το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του
σ’ όλα της Γης τα μήκη και τα πλάτη.
Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου
στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του.
Ως τέλειωνεν της θλίψης τον αγώνα
τον είδα: είχε κακό το ριζικό του
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Εκεί, στη μακρινότατη Αρτζεντίνα
η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη
(κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα).
Μ’ απόκαμ’ η ψυχούλα και της δίνει
παρηγορία ψυχρή την κοκαΐνη.
Α, στην οθόνη κλίναμε το γόνα,
λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη
το περιστέρι ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Ο Θάνατος ήρθε ένα βήμα πιό κοντά.
Μου φαίνεται πώς δέν κρατάει δρεπάνι αλλά απόχη.
Μά έχω πιά μάθει να σκέφτομαι σωστά
στά ερωτήματα πού κανείς απαντά
μ’ ένα ναί ή ένα όχι.

Θέλω νά πω, τό μέλλον χτυπάει στό ψαχνό
αλύπητα. Κι ανακαλύπτω
μέ θλίψη πώς έχω αρχίσει νά ξεχνώ.
Πώς όλα σκεπάζονται μ’ ένα αχνό
σύννεφο, κι όχι μέ τή σκιά των ευκαλύπτων.

Νιώθω πώς λίγα πράγματα μπορούν νά συμβούν,
κι άλλα, πολύ περισσότερα, πώς δέν θά γίνουν.
Μά όσα δέν γίνονται τώρα, βομβούν
στά σκονισμένα κοιλώματα του λοβού
όπως οι σφήκες στούς κάλυκες των κρίνων.

Πάνσοφε, Μεγαλόθυμε, Άρχοντα του Φωτός,
χάρισέ μου έναν θάνατο αντρίκειο.
Τούτο μονάχα σου ζητώ,
εγώ πού ποτέ μου δέν δέχτηκα δοτό
πόστο ή οφφίκιο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001