.

Θλιμμένη να σε βρίσκει αυτό το ποίημα
μέσα στη νύχτα δάκρυα να σου πάρει.
Ένα παιδί στην όχθη το φεγγάρι
κι είναι η καρδιά του πια της θλίψης κτήμα.

Στην Κόρινθο εκεί που ασπρίζει ο τοίχος
γινόμαστε σκιές μες στο φιλί τους
χέρια που σκίζουν ρούχα στην ορμή τους
χείλη που σκάζουνε σε δέρμα ο ήχος. . .

Απ’ το φιλί κρατιέσαι κι αποκάτου
περνά όλου του πόνου η θητεία
στον έρωτα που είπαν μαθητεία
απ’ το κορμί στο χώρο του αοράτου. . .

Πάρε το ποίημα αντίδωρο ενός κόσμου
που πολικός είσαι κι αστερισμός μου

Η Μνηστή της Κορίνθου, 2008

.

Μεγάλε Γκρίζε, η στέπα της καρδιάς σου
το πώς γεννήθηκε κανείς δεν ξέρει.
Υπάρχει όμως. Το λέει το ούρλιαγμά σου
και του ματιού σου τ’ άστρο, το μαχαίρι

που μαύρο καθρεφτίζει τη θωριά σου
στο στιβαρό σου αστράφτοντας το χέρι.
Μεγάλε Γκρίζε, η θλίψη
ετοιμάσου
που χρόνια έφερες, αυτή τώρα σε φέρει.

Εδώ είναι η τύρβη γλώσσα του Θανάτου
και τη σιωπή γυρεύει να επιβάλει·
Λύκε, ας ζεις κι εσύ μες στη σκιά του,

τον Λόγο αγριεύεις όμως πάλι. . .
Λύκε αδερφέ στη μάχη και στη νύχτα,
μη σταματάς, στο Τίποτε αλύχτα. . .

theodosisvolkof.blogspot.com, 2008