54

.

Ξυπνώ κι είναι το στρώμα μου εχθρός,
τη νύχτα περιδιάβαινα σε δάση
διψασμένα· σε είχα διαρκώς,
μα δεν σε είχα. Τώρα θ’ αναπλάσει

το πάθος μου από γυαλί σε σμάλτο
θλιμμένο επιστήθιο πουλί
που κάθησε στον ώμο μου· σαν άλτο
σαξόφωνο μου ακούγεται η φωνή

σου – άτονη, δειλή αντωνυμία
να πέφτει απ’ το ψηλότερο κλαδί.
Όλοι γελούν στην έξω πολιτεία,
κι ανάμεσά τους σίγουρα και συ

γελάς, και λάμπεις ήδη στο σκοτάδι,
μια δύναμη σαν πόλεμος και χάδι.

Αγοράκια κοριτσάκια, 2004

Advertisements