18

.

Μείναν στο σπίτι τα παιδιά κι οι μέρες μας περνούσαν
Μ’ ένταση λάγνων εραστών και μ’ αρμονία αγγέλων.
Πώς μας φαινόταν μακρινό το πρώτο εκείνο βράδυ
Τώρα σαν κάναμε έρωτα και σχέδια για το μέλλον!

Σαν από κάποια επίδραση πειθήνιοι, υποταγμένοι
Της κάναμε έρωτα κι οι δυο, είτε μαζί είτε χώρια·
Λες κι όπως ήταν αέρινη, λευκή και μεταξένια
Σαν πνεύμα μάς παράσερνε σ’ ακολασίες κι όργια…

Μ’ άρχισε να μας ενοχλεί με τον καιρό η Αγγλία –
Η βρώμα, η τυπικότητα, η ανήλια πρασινάδα.
Σε μια συζήτηση λοιπόν που
χαμε μεταξύ μας
Τους έριξα την πρόταση: «Δεν πάμε στην Ελλάδα!»

Καθόμασταν στο πάτωμα σε τρίγωνο (όπως πάντα
Σε κάθε μας συζήτηση) πάνω σε μια φλοκάτη
Που ‘χαμε πάρει επίτηδες πλατιά για κάθε χρήση
Κι από τραπέζι αυτοστιγμεί γινότανε κρεβάτι.

Μάλιστα μόλις λίγο πριν είχαμε φάει για βράδυ
Κι είχε προσθέσει μια παχιά σάλτσα στο γεύμα η Μίλυ
Που επενεργεί αναπόφευκτα μετά από δυο-τρεις ώρες
(Καθώς με διαβεβαίωναν τουλάχιστον οι φίλοι).

«Να πάμε στην Ελλάδα, πώς!» δεν ήξεραν ωστόσο
τη χώρα και τα σχετικά για να
χουν βέβαια γνώμη.
Μόνο μια ιδέα είχαν θολή για Κρήτη και Μυκήνες,
Για τ’ Άγιον Όρος, τους Δελφούς κι ένα δυο μέρη ακόμη.

Τώρα, συμβαίνει κάποτε ν’ ανάβει μέσα μου αίφνης
Λαμπτήρας άλλου χρώματος, άλλος εαυτός ν’ ανάβει
Και πέφτει ο πρώτος σε βαθύ σκοτάδι ανυπαρξίας
Σαν να
παθε προσωρινή ο σιχαμένος βλάβη.

Βάλθηκα μ’ έμπνευση λοιπόν να τους κατατοπίσω
Μη θέλοντας τους αμαθείς εξάλλου να προσβάλλω.
Μίλησα γι’ αρχαιότητα, Βυζάντιο, εικοσιένα
Για θαύματα κι οράματα το
να μετά από τ’ άλλο.

Πέρασα συνεχίζοντας στη σύγχρονη Ιστορία,
Στις δυναστείες, τα κόμματα, την εθνική υποτέλεια·
Δικτατορίες, κινήματα, δόξες και ψευδαισθήσεις –
Μιαν Ιστορία όλη μαζί για δάκρυα και για γέλια.

Φτάνοντας και στην τωρινή κατάσταση της χώρας
Των πόλεων, της παιδείας μας, της γλώσσας και του τύπου
Κι ενώ μ’ ακούγαν σαν τρελό στην έξαρση του πάθους
Συμπλήρωσα τη διάλεξη με τούτα δω περίπου.

.

«ΝΟΜΙΖΩ ότι είναι ζήτημα μιας-δυο γενιών ακόμα
Καθώς ο κόσμος προχωρεί με τόση γρηγοράδα
Δίχως αντίσταση ηθική στον υλισμό της Δύσης
Να πάψει πια να υφίσταται η Ελλάδα σαν Ελλάδα.

Μπροστά στην πολιτιστική την άνευ προηγουμένου
Επίθεση που δέχεται χρόνια και χρόνια τώρα
Αποκομμένος ο λαός απ’ την παράδοσή του,
Χωρίς θρησκεία και χωρίς πνευματική ενδοχώρα,

Δεν έχει τί αντιπρόταση στον κόσμο μας να κάνει·
Δεν έχει μήνυμα καθώς, ας πούμε, το Βυζάντιο,
Δική του δηλαδή εκδοχή του κόσμου και τ’ Ανθρώπου
Που σ’ όποιες άλλες εκδοχές στέκει με πίστη ενάντιο.

Και τώρα πώς ν’ αντισταθεί στη γοητεία της Δύσης
Που από την ενδοχώρα της, Λάιπτσικ Ρώμη Οξφόρδη,
Κίνησε ο ματεριαλισμός νά
ρθει και στην Ελλάδα,
Κι ας κάναν μεταφυσικές οι κόμητες κι οι λόρδοι!

Η Λόκχηντ, η Γουνάιτεντ Φρουτ, η Τζένεραλ Ελέκτρικ,
Η μπόμπα, το Έιτζ, η ρύπανση κι άλλα πολλά είναι απόρροια
Των χρόνων του διαφωτισμού, του Χιουμ και του Βολταίρου –
Δικά τους κακουργήματα, δικά τους πανωφόρια.

Έτσι κι αν αποβλακωθούν στο τέλος οι Ευρωπαίοι
Απ’ όποιο χολυγουντιανό ναρκωτικό ή σιρόπι,
Αν το συλλογιστεί κανείς, τί
χανε και τί χάσαν!
Μήπως ο αμερικανισμός δεν βγήκε απ’ την Ευρώπη;

Και νά η Ελλάδα, η κιβωτός της μνήμης των Αρχαίων,
Η Ελλάδα των Βυζαντινών, η Ελλάδα τ’ Αγιονόρους
Που ξεκωλιάρα και λωλή αναγνωρίζει τώρα
Πνευματικούς προγόνους της κι αυτή τους σταυροφόρους.

Χωρίς και να χουμε οι Ρωμιοί των Φράγκων την παιδεία
Μήτε τις ικανότητες αλλού παρά στο τάβλι·
Αγράμματοι κι ατομιστές σαν πίθηκοι στα δέντρα
Κι όπως εκείνοι ευέλικτοι, μιμητικοί και φαύλοι.

Διόλου παράδοξο λοιπόν που μια κι απαρνηθήκαν
Το πρόσωπό τους οι Έλληνες σκαρτέψαν και τη φύση·
Σαν εξουσία ανάλγητη κι εφιαλτική η Αθήνα
Μας κυβερνά προσποιούμενη το Τόκιο ή το Παρίσι…

Ψηλά πάνω απ’ την Αττική πετάς με τ’ αεροπλάνο
Κι όλα είναι αγνά κάθε βουνό και κάθε λιμανάκι·
Μα κάτω η πίκρα, ο κυνισμός, η ματαιωμένη ελπίδα·
Κάτω η Σταδίου, η Αχαρνών, η Εμμανουήλ Μπενάκη.

Έξω από πόρτα όταν περνάς σε διάδρομο ή σε δρόμο
Μέσα θα διαπληκτίζονται σ’ αχρεία πάντα γλώσσα.
Για χρήματα θα
ναι ο καυγάς όπου σταθείς κι ακούσεις:
Για μπάζα μάσα και λουφέ, για «πόσα» και για «τόσα»…

Ανασφαλείς για χρήματα, δουλοπρεπείς για θέσεις,
Γινόμαστε απ’ αντίδραση θρασείς και βωμολόχοι,
Βρίζουν ανεύθυνα οι Ρωμιοί και βλαστημούν σαν βόθροι
Αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν έχουν «ναι» ή «όχι»!

Με την κινητικότητα του νου πίσω απ’ το βλέμμα
Την έλλειψη ειλικρίνειας, την απουσία σθένους
Σου κουβεντιάζουν με διπλή στα μάτια τους εστία
Εκτός μονάχα απ’ τους νεκρούς κι από τους πεθαμένους…

Όπως εκείνοι είμαι κι εγώ, μην έχετε αυταπάτες·
Όπως κι οι άλλοι της φυλής λέτσοι και καρκαλέτσοι·
Μα στα κουσούρια τα εθνικά μού
χει προσθέσει η φύση
Μια διαστροφή πρωτότυπη του χαρακτήρα κι έτσι

Μπορώ βαθιά να ερωτευτώ κάθε σημείο του κόσμου:
Τον Καναδά το Μπαγκλαντές το Τσαντ το Νότιο Πόλο,
Μόνο με μια προϋπόθεση: να
ναι πατρίδα κάποιου
Και σαν πατρίδα την πονεί – ας είναι αυτό όλο κι όλο!

Μ’ αυτόν που των προγόνων του τιμάει σεμνά τους τάφους
Μαζί του τους τιμώ κι εγώ, όποιος κι αν είναι εκείνος·
Ένα τραγούδι άλλου λαού με κάνει να ξεχνιέμαι:
Γίνομαι Ίνδός ή Νορβηγός ή Τούρκος ή Βεδουίνος.

Ε νά λοιπόν, αισθάνομαι πως σήμερα η Ελλάδα,
Του Μακρυγιάννη η Ρούμελη κι η Σπάρτη του Λεωνίδα,
Κανένας δεν την αγαπά δεν την πονεί κανένας,
Δεν είναι χώρα κανενός και κανενός πατρίδα.

Αισθάνομαι (και κόμπιαζα) πως όπως ήδη η Αθήνα,
Από την άγια Κρήτη μας μέχρι την άγια Θράκη,
Και με το μπουμ του τουρισμού γίνεται χρόνο-χρόνο
Ξενόγλωσσο κι απάτριδο και δούλο Κολωνάκι.

Για μένα ο μεγαλύτερος πολιτικός της χώρας
Θα ‘ναι ένας νέος Περικλής που με καημό και θάρρος
Θα κάνει απλώς μια ένεση στον τόπο ευθανασίας
Να
ρθει ταχύς ο θάνατος και σπλαχνικός ο χάρος.

Απ’ τα παρόντα κόμματα κι από τους κομματάρχες
Αριστεράς και δεξιάς σχεδόν το περιμένω·
Γι’ αυτό κι η ευγνωμοσύνη μου στη σύνολη ηγεσία
Δεν είναι αδικαιολόγητη, καλοί μου, εν προκειμένω!»

.

ΔΕΝ ΒΑΣΤΑΞΑ και ξέσπασα σε κλάμα έξω απ’ τα δόντια·
Και κλαίγοντας μαλάκωνα σαν τη βρεγμένη ψίχα·
Ήταν βαθύ μυστήριο, βαθιά μυσταγωγία
Καθώς απ’ όλα τα υλικά κι όλα τα φαύλα απείχα.

Μα νά, όσο μ’ άκουγε η καλή σερνόταν πιο κοντά μου·
Μα δεν μπορούσε να τη δει το φλογερό μου μάτι
Τη βέβηλη που ασθμαίνοντας ζύγωνε σαν το φίδι
Ή σαν την Εύα απ’ του φιδιού γυρνώντας την απάτη.

Κι ακόμα δεν την έβλεπε μ’ όλο που χε ζυγώσει
Και μ’ όλο που ήταν όμορφη και κοκκινομαλλούσα
Σαν μόλις έξω απ’ το φακό της κόρης του ματιού μου
Να
χε σταθμεύσει ο Διάβολος καθώς παραμιλούσα.

Και μες στους αλλεπάλληλους λυγμούς που με τραντάζαν
Δεν το κατάλαβα έγκαιρα το χέρι της να βγάλω
Που μου
χε ρίξει ερωτικά τριγύρω από τους ώμους
Και τ’ άλλο της μου το
χωνε συγχρόνως στον καβάλο.

Μόνο σαν να χε ένα μοχλό πατήσει ή μεταλλάχτη
Αιστάνθηκα ολική αλλαγή στην άποψη του κόσμου·
Ο φαύλος γίνηκα εαυτός ο ποταπός και πάλι,
Τ’ αγνό λαμπιόνι σβήστηκε κι άναψε τ’ άλλο εντός μου.

Μια μεταβατική στιγμή συγκράτησα όταν μέσα
Στο στήθος μου διακόπηκε και των λυγμών η ανάγκη
Κι υπόκυψα τελειωτικά κι εγώ στη σεξοσάλτσα
Αφού τα υγρά μάς κυβερνούν καθώς μας λεν κι οι Φράγκοι.

Ταυτόχρονα από απέναντι τον είδα να κινείται
Με τη σειρά του ο φίλος μας, ασθμαίνοντας επίσης·
Και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στ’ άλλο πλευρό της αίφνης
Σαν γάτος για να επιδοθεί σε βδελυρές διαχύσεις.

Για τη δική του απολαυή καθένας ενεργούσε
Με ζήλο ανταγωνιστικό στο αιδοίο και στο στήθος
Σαν να την είχαμε στα δυο κομμένη, μα στο τέλος
Πέσαμε στο χαλί κι οι τρεις κουβάρι όπως συνήθως.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)


Advertisements