01020114331300

.

Και για ν’ αλλάξω τόνο εδώ στα ξένα
λέω να μιλήσω τώρα και για σένα
συνθέτοντας, καθόλου όμως για πλάκα
αυτό το ρέκβιεμ, δίχως μουσική, για έναν μαλάκα.

Δε σε ξεχνάω, ξέρεις εσύ, εσέναν λέω
κι ας πέρασαν τα χρόνια, κι ας μην κλαίω
πια για όσα μου έκανες. Εδώ στα ξένα
με το αίμα εξόριστο, εγώ θυμάμαι εσένα.

Και τρέμω μην πεθάνω πριν πεθάνεις
και δεν σε κυνηγάει ώς να πεθάνεις
πλάκα στο στήθος σου κι επιγραφή στην πλάκα
γραμμένο αυτό το ρέκβιεμ — ενώ ζούσες.

Στα ξένα, 2001

Advertisements

30

.

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν.
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά

ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά

o ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
Ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.

Βάρβαρες ωδές, 1992

311


Δεν μοιάζει ο Τίγρης με τον Μισσισιπή.
Μυρίζει φοινικόκλαρα κι αρχαίο πηλό.
Ύστερα, κάθε νύχτα πέφτουν αστερόφυλλα
απ’ το μεγάλο δέντρο τ’ ουρανού. Ρουκέτες
δεν τα πιάνουν. Στη γλώσσα που μιλώ

δεν είναι μπορετό να πω την φράση «Αμπού-Γράιμπ».
Ούτε κι ο Πρόεδρός μας, λένε, τα
χει καταφέρει.
Κι αυτό το βράδυ ο αέρας θα φέρει
κραυγές και βογγητά σε σκηνές λάιβ,

από τις ταινίες όπου συνάμα βλέπω και πρωταγωνιστώ.
Κάποτε σε ρόλο κεντρικό. Όταν παρουσιαστώ
στην εξεταστική επιτροπή, θα αναφέρω
πως κάνω πράξη όλα τα θρίλλερς που υποφέρω

Ό,τι έβλεπα από πολύ μικρή όταν έμενα μόνη
κι αργότερα με ουίσκυ, χάπια, βότκα με λεμόνι.
Θα αναφέρω επίσης ότι συμπονώ
όσους σέρνω με λουριά και ηλεκτρικά καλώδια.
Θολώνει ο νους μου που δεν γίνονται όπως κι εγώ.
Όταν τους μαστιγώνω, αιμορραγώ.

Όμως εκείνο το παιδί έμοιαζε με μένα.
Έδερνα την Μητέρα του και με κοιτούσε
όπως κοιτάζω, Μάμμυ, την φωτογραφία σου
εδώ στα ξένα.

Πουλιά της νύχτας, 2005

13

.

Κι ο δίκαιος τον άγγελο ακολούθησε,
φάσμα μέγα κι ανάλαφρο, στον μαύρο λόφο.
Μα στη γυναίκα του άλλος ίσκιος μίλησε:
“Δες πίσω, ακόμη ξεχωρίζουν μες στο ζόφο

τα Σόδομα, η πόλη που σε γέννησε,
το σπίτι, ο δρόμος που τραγούδια σου αντηχήσαν,
το δώμα που φωνές άλλοτε γέμισε
κι όπου παιδιά τον λαμπρό γάμο σου ευλογήσαν”.

Τα μάτια της τυφλά κιόλας κοιτάζανε:
Πόνο στα μάτια, καθώς έστρεφε, είχε νιώσει.
Τα μέλη της σ’ αλάτι τώρα αλλάζανε,
τα πόδια που
φευγαν στο χώμα είχαν ριζώσει.

Να κλάψει μια γυναίκα ποιος να στάθηκε;
Το θάνατό της ποιος να δει; Πέθαναν τόσοι…
Κι όμως μες στην καρδιά μου αυτή δεν χάθηκε:
Για ένα βλέμμα τη ζωή της έχει δώσει.

Γιώργος Κοροπούλης, Περί των γάμων υδραργύρου και θείου, 2005