wieoa

.

Στον Άδη πάνε οι φίλοι μας μονάχοι
και τα κρυφά τους πένθη αιμορραγούν.
Το στόμα τους μυρίζει μοσχοκάρφι,
κουράστηκαν μυστήρια να εξηγούν.
Ανυπεράσπιστοι, μοιραίοι θεατρίνοι,
με τα μαλλιά λουσμένα μπριγιαντίνη.

Η νύχτα έχει καρφίτσες και βελόνες,
καρφιά και δηλητήρια και σχοινιά.
Ποιός γάμος μυστικός, ποιοί αρραβώνες
θα γίνουν μες τους κήπους του φονιά;
Ο κόσμος μονοσύλλαβος και τρέμει,
ευνούχος τρομαγμένος στο χαρέμι.

Μες στο μυαλό μας καίει ένα ρουμπίνι,
σπασμένο δάκρυ κόκκινου κραγιόν.
Κι όλα θυμίζουν μια δικαιοσύνη
και τον καπνό, που θα ’ρθουν, γυναικών.
Ποιός δίνει στη ζωή του προθεσμίες,
σαν ασκητής χωρίς επιθυμίες;

Ξεφεύγεις κάθε βράδυ απ’ τις βιτρίνες
μιας επαρχίας πάντα, μαγαζιού.
Και ντύνεσαι λαμέ και οργαντίνες
και τραγουδάς τραγούδια του συρμού.
Δεν είσαι εσύ. Μην παίζεις, μην πειράζεις.
Στην αμαρτία το αίμα σου μην τάζεις.

Φόρεμα πράσινο. Στο πλάι πιέτες,
τακούνια καμωμένα από φελλό.
Τι σου ’μαθαν οι σκόρπιες οι κουβέντες;
Ποιό σκηνικό θυμάσαι απατηλό;
Απ’ όλα αυτά τι σου ’μεινε στη μνήμη;
Μες στ’ άστρα της αρρώστιας, ποιό αγρίμι;

Εργόχειρο παλιού φυλακισμένου,
σταυρός φτιαγμένος μ’ άχυρα χρυσά.
Το αίμα ευλογεί του σκοτωμένου
κι ο θυμωμένος Άγγελος λυσσά.
Τι πρόλαβες, τι ξέρεις από κείνα;
Πουκάμισα ριγέ, χασές, ποπλίνα.

Μες στις παλιές κρυφές φωτογραφίες,
κυλάει φρικτός ο θρήνος ημερών.
Σκιές και φως. Σαν ακτινογραφίες,
του θώρακος, της πλάτης, των φτερών.
Δίπλα σου πάντα οι άγιοι στρατηλάτες
πενθούν για τις δικές μας αυταπάτες.

Στον Άδη πάνε οι φίλοι κι άλλοι φίλοι
μονάχοι, ανυπεράσπιστοι, βουβοί.
Με τη φωνή κλεισμένη σε κοχύλι
την ύστατη να βρούνε αμοιβή.
Εκεί που βρίσκουν όλα θεραπεία.
Στο πέραν. Στο ποτέ. Στην ουτοπία.

Η Πόρτα της Πηνελόπης, 2003

.

1.    Στην άκρη της αντένας κρεμασμένο
φεγγάρι, αλφαβητάρι του καιρού,
δίνεις ψυχή στους ήχους του νερού,
το σκάφος οδηγείς το στοιχειωμένο.

2.    Σε κύκλους στρέφει η μοίρα το καράβι
και το τιμόνι του στο πουθενά·
φεύγει, γυρίζει, χάνεται ξανά,
σα φάρος μακρινός που σβήνει, ανάβει.

3.    Όστρακα τις προπέλες σου μαγκώσαν,
Σου ροκανίσαν ξέρες το σκαρί,
έχουνε δόντια σουβλερά οι καιροί
κι ό,τι σου πήραν πίσω δεν στο δώσαν.

4.    Σ’ έχει μουσκέψει γόνιμη υγρασία,
φυτρώσανε στη γέφυρα φυτά,
στην πρύμνα ένα τσακάλι κι αλυχτά,
καθώς πλανιέσαι στην Πολυνησία.

5.    Στην έκταση έφτασες του παραδόξου·
στριγκλίζουν οι μαϊμούδες γαλλικά,
μνήμες παλιές που γίναν ξωτικά
στα χρώματα πηδούν τ’ ουράνιου τόξου.

6.    Άνεμος παραισθήσεων σε παιδεύει,
ξοπίσω σου ένας στόλος πειρατές,
χελιδονόψαρα στις κουπαστές
κι ένας στην πλώρη σκελετός χορεύει.

7.    Η τσιμινιέρα σου άξαφνα καπνίζει,
στ’ αμπάρι, στην κουβέρτα σου φωνές,
δουλεύουνε σβηστές οι μηχανές
κι άρχισε πάλι ο αργάτης να γυρίζει.

8.    Καράβι, το σκοπό σου έχεις αφήσει,
αλλάζεις την πορεία χωρίς ειρμό,
μπέρδεψες ερχομό και γυρισμό,
βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.

9.    Του κάκου ταξιδεύεις – που να φτάσεις;
Πηδάλιο δεν έχει ο καιρός,
είναι παντού το «πίσω» και το «μπρος»,
ποιά σύνορα ζητάς να ξεπεράσεις;

10.    Γλιστράς από λιμάνι σε λιμάνι,
στη σιωπή θα μπεις, βουβά θα βγεις,
πριν σε γνωρίσει η βάρδια της αυγής,
κούφιο σκαρί που χρόνια έχεις πεθάνει.

11.    Φεγγάρι, ηλεκτρισμένο κεχριμπάρι,
πράσινες σπίθες τρώνε τα σκοινιά,
σκίζονται στον αγέρα τα πανιά
μ’ αναλαμπές σε κυνηγούν οι φάροι.

12.    Σε θάλασσα αρμενίζεις στοιχειωμένη,
λύνονται οι διαστάσεις, αδρανούν,
μονοστιγμής οι ναύτες σου γερνούν
και βλέπουν άλλους κόσμους ζαλισμένοι.

13.    Μες στην αιθρία ή μέσα στον τυφώνα
ψάχνεις αιώνες, κάτι αναζητάς,
για κάποιο μυστικό ρωτάς, ρωτάς
στ’ ακρόπλωρό σου τη μικρή γοργόνα.

14.    Απ’ την ψυχή της φύσης έχεις πάρει,
προστάζεις και σωπαίνουν τα νερά
κι οι ναύτες σου, με πρόσωπα νεκρά
κοιτάζουν να ραγίζει το φεγγάρι.

15.    Καράβι, ταξιδεύεις στις ταβέρνες·
το τσούρμο σου ξεχνάει με το πιοτό,
βλαστήμιες, γέλια, παραμιλητό,
παλεύει με χταπόδια και με σμέρνες.

16.    Οι γέροι ναυτικοί μόλις βραδιάζει
τις ιστορίες σου λεν στα καπηλειά·
οι άλλοι τους κοιτούν χωρίς μιλιά
και κάτι μες το βλέμμα τους αλλάζει.

17.    Αρμένισες ξανά γι’ άλλο τοπίο,
σε χάρτες μυστικούς ίσως το βρεις.
Σε περιμένει, μην αργοπορείς,
πανάρχαιο καραβιών νεκροταφείο.

18.    Σ’ έχω μπροστά μου στο μικρό τραπέζι,
τρία λεπτά κατάρτια, τρία πανιά,
όλα σωστά, τιμόνι και σχοινιά
και με τη φαντασία μου να παίζει.

19.    Έχεις πανιά, κατάρτια, τσιμινιέρα,
μικρές μπομπάρδες, ντίζελ μηχανές,
οι ναύτες σου με κόγχες αδειανές
κι ο πλοίαρχος σκελετός στην τιμονιέρα.

20.    Ο ήλιος τους ορίζοντες αγγίζει,
πύλη φωτιάς, αρμένισε για εκεί,
να δραπετεύσεις απ’ τη φυλακή,
τέτοιο ταξίδι η μοίρα σου προορίζει.

21.    Πάλεψες με στοιχειά και με δαιμόνους,
άκουσες την απόμακρην ηχώ
που ’ριξε χάμω την Ιεριχώ
και διάβηκες ποτάμια αίμα και φόνους.

22.    Το πέλαγο μελάνιασε, χιμάει,
μουγκρίζει από την άβυσσο η νοτιά,
μοιάζει θειάφι από κακή φωτιά
και στο κατάρτι ο Διάβολος γελάει.

23.    Σκάλωσε το φεγγάρι στην αντένα,
κίτρινο δόντι, δείχνει το βοριά,
παντού κοχλάζουν κύματα βαριά
και πέφτουν γύρω τ’ άστρα ματωμένα.

24.    Τρελός ο καπετάνιος στο τιμόνι
Κομφούκιο διαβάζει δυνατά,
μονάχος απαντά, μόνος ρωτά,
γελάει κι ονειρεύεται, ματώνει.

25.    Τα δέντρα μιας στενής πλαγιάς και χέρσας
το στοιχειωμένο σου έχτισαν σκαρί,
μα τώρα σε χλευάζουν οι καιροί
στο βρώμικο λιμάνι της Αμβέρσας.

26.    Εικόνες τρομερές, άγνωστης τρέλας,
όνειρα τέρατα χωρίς φωνή,
άστρα δακρύζει η νύχτα και θρηνεί
κι εσύ τραβάς γραμμή στο Βόρειο Σέλας.

Το πλοίο-φάντασμα, 1995

.

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια
αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο
κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,
μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.

Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους
με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,
δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,
τον Κωνσταντή στο ίδιο του το αίμα.

Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν
κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,
μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις
κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.

Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,
στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,
γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,
που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι γαλάζιο,
το ’νιωσα χθες όταν τα κύματα με πήραν,
σ’ ερημονήσια μ’ εξορίσαν να μονάζω
και ναυαγό μες στην αγκάλη σου με σύραν.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου πρασινίζει,
το ’ζησα χθες κι ήταν στο δάσος με θηρία,
κι αυτά μου μάθαν ν’ αγαπώ ό,τι κοστίζει,
ό,τι πονάει κι αδειάζει κάθε αρτηρία.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου μαύρο είναι,
μ’ έζωσε χθες και με ταξίδεψε στη θλίψη.
Να φύγω θέλεις μα μου λες σε λίγο «μείνε»,
ποιος εαυτός σου, ποιος, στο τέλος θα σου λείψει.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι αίμα,
κόκκινος κίνδυνος, φωτιά, σκληρό λεπίδι.
Επαίτης γίνομαι, μου φτάνει κι ένα ψέμα
απ’ την αρχή χαμένος νά ’μπω στο παιγνίδι.

Ο μάντης, 1994

.

Διψασμένος
νερό πίνει
μόνον στην Ιπποκρήνη.

Και λούζεται γυμνός
στα ύδατα μόνον
της Στυγός.

Ληνός, 2008

.

Θα μου περάσετε —παρακαλώ— το αλάτι;
Α! Ευχαριστώ! Τι ωραία που το περνάτε!
Με όλο το θάρρος. . . να ρωτήσω ακόμα κάτι;
Αυτό το μαύρο το ψωμάκι θα το φάτε;

Α! Ευχαριστώ! Έχει και σουσαμάκι. . .
Ωραίο δεν είναι το σουσάμι; —Εσείς τι λέτε;—
κολλάει στα δόντια βέβαια λιγάκι
αλλά η γεύση που αφήνει δεν ξεχνιέται. . .

Αν δε σας κάνει κόπο. . . το κρασάκι; . . .
Να σας σερβίρω; Τι. . . δεν πίνετε Εσείς;
Ωραία περνάμε! Αν ανάβαν και το τζάκι. . .
σίγουρα θα έδινε μια νότα θαλπωρής. . .

Το όνομά σας; Α! Υπέροχο! Βαρώνη!
Τι ωραίο που ακούγεται απ’ το στόμα το δικό σας!
Κι ο κύριος δίπλα που έχει αρχίσει να θυμώνει;
Πω! Πω! Αφέλεια. . . ! Ασφαλώς. . . ο σύζυγός σας. . .

Συγνώμη κιόλας. . . αλλά αν δεν το πω, θα σκάσω
αυτός καλέ είναι ένα βήμα πριν πεθάνει
Μα το Θεό! Μπροστά του να σας αγκαλιάσω
ούτε μια κίνηση δεν πρόκειται να κάνει. . .

Χορεύετε; Α. . . επιμένω! Σηκωθείτε
—ποιος λογαριάζει αγαπητή μου το Βαρώνο!—
Ελάτε που σας λέω. . . αφεθείτε
Χορό σας ζήτησα δε ζήτησα το θρόνο!

Φτάνει! Αρκετά! ( Τα πήρε ο Βαρώνος )
Σκασμός εσείς! Όταν μιλάω Ησυχία!
Δώδεκα βήματα! Μετράμε ταυτοχρόνως
Φαντάζομαι θα
χετε δει μονομαχία.

Σταμάτησαν οι μουσικές. . . Κρασί. . . δε ρέει.
—Κανείς δεν γλίτωσε ποτέ απ’ το Βαρώνο.—
Όλοι γελάνε! Η Βαρώνη μόνο κλαίει
Ένα χορό. . . Πόσο τον ήθελε. . . Ένα. . . μόνο. . .

stixakias.wordpress.com, 2007

.

Αργά τα πόδια σου σε πάνε
στης γειτονιάς το ουζερί.
Γαλόνια ούζο σε κερνάνε
όσοι σε σκότωσαν νεκροί.

Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας
μαζεύονται ένα σωρό
ψυχές, με όραμα σαρδέλας
που θα
ναι μόνο ορεκτικό.

Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι
κουνούν με χάρη την ουρά.
Και μέσα στου πιοτού τη ζάλη
νομίζεις βγάλανε φτερά.

Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε
με ψαροκόκαλα αγκαλιά.
Είναι οι φίλοι που γυρνάνε
με μίας γάτας τη θωριά.

«Να ο Γιωργής με το μουστάκι
και ο Πανάγος με την πείνα,
να και το νόστιμο Μαράκι
που όλο τηγάνιζε αθερίνα».

Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους
γλείφοντας πόδια και κοιλιά
κάνουνε την υγιεινή τους
στου φεγγαριού τη μοναξιά.

Μεμιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις
κλείνουν τα μάτια ηδονικά.
Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις

από τη σόμπα πιο γλυκιά.

Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
τις χαιρετίσεις νευρικά,
το μάτι ίσως τρεμοπαίζει
θα τις κοιτάς, ένοχος πια.

Πάντα στη μέση ενός δρόμου
θα συναντάς μία, νεκρή.
Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου
θα την ισιώνουν σα χαλί.

«Να ο τεμπέλης ο Θανάσης,
ξαπλώνει ακόμα όπου βρει.»
Έτσι θα πεις και θα περάσεις
πάλι από πάνω της κι εσύ.

Γοργά το αμάξι σου σε πάει
στο σπίτι σου το ερημικό.
Μοιάζει η μνήμη που βρομάει
μ’ έναν πνιγμένο ποντικό. . .

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Σαν έρθει η ώρα του θανάτου μου ηχούν
πένθιμα οι σάλπιγγες, μα ο θρήνος πλεονάζει.
Στην αγκαλιά μου αργοσβήνουν, ξαναζούν
μια μια οι ώρες των ερώτων μου. Χαράζει

απ’ τις απέναντι κορφές το μαύρο άστρο
που
ναι της νέκρας ήλιος. Είναι μυροφόρος
η κοπελιά που πλάι μου κείται. Φίνο κι άσπρο
φουστάνι φέρει. Τη ρωτάω «οδοιπόρος

είσαι κι εσύ εδώ στον Άδη ή μήπως σφάλλω;»
«Ω ναι» αποκρίνεται εκείνη λυπημένη.
«Μα μη σκοτίζεσαι» της λέω «χαρισμένη

είναι σε μας η αθανασία και γουστάρω
αν συμφωνείς να πάμε, αγάπη μου, και τσάρ
κα
στον ποταμό Αχέροντα με βάρκα».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

στη μάνα

Τα χέρια σου τα κέρινα
η Παναγιά εκράτει.
Χιόνιζε στα σεντόνια σου
και σ’ όλο το κρεβάτι.

Η κόκκινη λιανή γραμμή
του πλαστικού σωλήνα,
από τη φανερή πληγή
σαν ποταμάκι εκίνα.

Κι έφευγαν απ’ τα μάτια σου
σκιαγμένα τα τρυγόνια
και μ’ έφερναν σ’ άλλους καιρούς
και στα μικρά μου χρόνια.

Μικρά πολύ πικρά πολύ
χτισμένα γύρα γύρα
και μόνο από τη χούφτα σου
σπυρί χαράς επήρα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

Μαζεύεις τα μαλλιά σου π’ ανεμίζουν
σε γλάρωσε η βουή της μηχανής
αφήνεσαι στο φως να σε λικνίζουν
οι εφτά π’ ανοίγουν τώρα ουρανοί.

Μάνα και λέει σιγά την προσευχή της
Πώς στρογγυλεύει έτσι η πέτρα στο νερό!
Μη σκιάζεσαι χαζό, είν’ ο φεγγίτης
Ένα πουλάκι μάς ανοίγει τον καιρό.

Του κόσμου τα ορφανά σε ζωγραφίζουν
σε τζάμια απ’ το χνώτο τους θαμπά.
Και τ’ άστρο απ’ τη γραμμή σου ξεχωρίζουν
στο φωτισμένο στόμα της σπηλιάς.

Αργά μαθήματα, 2002

circle

.

«Κορμί ειρήνης βλέμμα φύλλωμα πελάγου
Φίδι κρυμμένο μου στης άμμου τα κρινάκια
Σε προσκυνώ απέναντί σου καθισμένος
Εις σε δωμάτιο εγκλείστων κυκλωμάτων.

Σε βλέπω εκεί εικόνα τ’ όραμά μου
Φως απαλό που εκπέμπουν οι λυχνίες
Σλιπάκι μυρισμένο κοριτσιού μου
Κι ολόφρεσκα βαμμένα χείλια μάτια

Έτσι να σ’ απολαύσω θησαυρέ μου….τήλε
Στα κύματα που σπαν μα δεν αφρίζουν
Τα δόκανα μιας τύχης πάντα χαλασμένα
Μονάχα ίχνη αγριμιού πουλιού να συγκρατούνε

Κει σ’ έχω κει σε βρίσκω, παιδική μου
Παίζοντας τα κουμπιά πλασμένης ιστορίας
Σε λαχταρώ γυάλινο θάλος, λόγε κι ακοή μου

Χαμένο πλάνο σε τεχνάσματα μαγείας»

Απόλογος, 1997

.

Το ποίημα αυτό δεν πρόκειται να μείνει –
είναι, όπως λένε, «περιστασιακό».
Εδώ γύρω, παλιά, είχε ένα καμίνι
που
βγαζε Αρχαίους Θεούς αρματωμένους
με κεραυνούς. Σήμερα με φακό
ψάχνεις να βρεις τα ερείπια του τεμένους.

Όταν πήγαν τον Θεό μου στην αγχόνη,
εγώ ήμουν μόλις έντεκα χρονώ.
Στο σπίτι είχε «περσέψει» ένα κουπόνι,
κι αβγάτισε ολωνών μας η μερίδα…
(Το «νέο» το βρήκαμε κάποιο πρωινό
σε –»γερμανόφωνη»– μια εφημερίδα. . .)

In modo misto genuino, 2005

.


Διάβαζες κάθε βράδυ εφημερίδα·
ποτέ δεν ήταν είδηση η ζωή σου.
Τα νέα θα σου γράψω απόψε: σ’ είδα
χλομό, κι όλοι φροντίζαν να σε ντύσουν.

Σαν να ’χε τελειώσει μια παρτίδα,
μαζεύανε τα πράγματα οι δικοί σου:
ήταν πια να γυρίσεις στην πατρίδα. . .
Στη σάλα περιμέναμε μαζί σου

κι ακούγαμε που χάραζεν η μέρα
και λιώναν οι νιφάδες στον αέρα.
Κοντά μας είχες μείνει όλο το βράδυ

κι έλεγα θ’ αναβάλεις το ταξίδι.
Μα ξάφνου ήσουν εκεί σαν το σημάδι
που μένει όταν χαθεί το δαχτυλίδι.

Ελλειπτική, 1998

.

Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου
ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο
της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ
κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!
Με γλώσσα φιδινή απ’ το δηλητήριο
τους δαίμονες καλώ μες στο σκοτάδι:

Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!
γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,
των δήμιων τις κάννες να δαγκάσω
στ’ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.
Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,
κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!

Απόγνωση, θεά, σκορπιών μητέρα,
στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!
Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο
κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,
σ’ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου
κλειδί συμπόνιας. . . Διάολε, τι λέω;

Στεφάνι πλέξε μου από παπαρούνες
αιμάτινες, στον θάνατο να τρέξω,
και δώσ’ μου, Σατανά, φρίκες να παίξω:
οχιές φαρμακερές, μαύρες κουρούνες,
παχιές ορέξεις δώσ’ μου –άγριες γουρούνες–
να κυλιστώ στην Κόλαση απ’ έξω!

Και όσοι τέτοιο ύφος αγαπάτε,
κεντρί, απ’ του θανάτου την ρομφαία,
την πένα μου έχω κάνει, για να πάτε
στην Κόλαση –αναγνώστες, αν τολμάτε–
ενός καταραμένου συγγραφέα,
μες από τις σελίδες που κρατάτε. . .

Καφέ Ρετρό, 2004

.

Εσύ ο διπρόσωπος με το στραμμένο
Πρόσωπο προς εμάς, ενώ με τ’ άλλο
Το αόρατό μας άγνωστο ποιον βλέπεις,
Με ποιον μιλάς – εσύ ο ενώπιόν μας,

Σαν κάποιος που όπως λένε έχει τα μέσα
Με τις αρχές και του περνάει ο λόγος.
Σκύψε από την εικόνα σου και πιάσε
Το χέρι που έσφαξε και τώρα τρέμει!

Το μέτρο της κραυγής μας, 2000

42

.

Μαζεύω γύρω μου χαρτιά τόσων ετών,
απομεινάρια μιας γιορτής που
χει σκορπίσει
γράφω ημέρα, μήνα, χρόνο, «ο αιτών»,
και βεβαιώνω όσους μ’ έχουν αγαπήσει
πως τους αγάπησα με μιαν αγάπη ίση·
όμως τις ώρες της σιωπής κι όταν κοιμάμαι,
σαν κάποιος θρίαμβος να μ’ έχει εκτοπίσει,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Κάτι τελείωσε λοιπόν; Ένα κοτσύφι
πήρε στα μαύρα του φτερά λίγη βροχή·
ψηλά στη λεύκα που φωτίστηκε σαν νύφη
κι έχει στα φύλλα της δροσιά και ταραχή,
πήρε τον κόσμο τρεις φορές απ’ την αρχή·
κι απ’ τη γιορτή που αναγγέλλει και δεν θα
μαι,
κι απ’ της φωνής του την απόδημη ψυχή,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Πώς να μιλήσω για το φως; Πέρασαν χρόνια,
παιδιά γεννήθηκαν, και γράφτηκαν βιβλία·
σκιές αντίδοτες τα μαύρα χελιδόνια
έρχονται, φεύγουν, γράφουν μια συνομιλία,
μια λησμονιά με του αέρα τη φιλία·
όμως στο λίγο φως που σκάβω και κοιμάμαι,
στην ολονύχτια σαθρή μου βασιλεία,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Είναι αργά, είναι νωρίς; Ό,τι κι αν πω,
μια παντομίμα εκτελώ με τα κρυμμένα·
και όπως γέρνω με το φως και αγαπώ,
μες στο φθινόπωρο που άρχισε για μένα
και είμαι μέσα του και σκέφτομαι σαν ένα
άχαρο σκιάχτρο που επάνω του κρεμάμε
παλιά αισθήματα, πολύχρωμα, φθαρμένα,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μη με ρωτάς για ποιους μιλώ: Με το βοριά
περνούν, αλλάζουν αφορμές, πλάθουν αιτίες·
όπως ανάβουν κι όπως σβήνουν τα κεριά,
φέγγουν σαν πρόσωπα δοσμένα σε νηστείες,
σε παραισθήσεις και των άστρων μαθητείες·
κι όπως βυθίζομαι στον ύπνο που κοιμάμαι,
και με κυκλώνουν οι θαμπές τους μεσιτείες,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μια πιο πολύ, ψηλά στον ίλιγγο, απ’ όπου
πέφτω στον ύπνο ξαφνικά μ’ ένα κοφτό
ύστατο χτύπημα βαθύ του ξυλοκόπου,
μετρώ σκιές με της καρδιάς μου το κρυφτό,
σ’ ένα παλάτι που σωριάζεται κι αυτό·
κι από το φόβο του θανάτου που φοβάμαι,
κι απ’ το παιδί που τα φυλά για να κρυφτώ,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Κι εσύ που ξέρεις η καρδιά μου αν κοιμόταν,
κι όπως στον έρωτα οι δυο μας περπατάμε,
μια στο σκοτάδι μια στο φως, και δεν φοβάμαι,
πόσο σε νιώθω πιο κοντά μου, νιώσε, όταν
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

 
Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο,
νεροσυρμή στην εσχατία του πόνου·
με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου
την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου
Έλληνος, που θα χτίσει Παρθενώνα.
Να θεωρεί με την πίκρα, του αυτοκτόνου
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Θολωμένο και γύφτικο το μάτι·
το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του
σ’ όλα της Γης τα μήκη και τα πλάτη.
Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου
στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του.
Ως τέλειωνεν της θλίψης τον αγώνα
τον είδα: είχε κακό το ριζικό του
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Εκεί, στη μακρινότατη Αρτζεντίνα
η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη
(κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα).
Μ’ απόκαμ’ η ψυχούλα και της δίνει
παρηγορία ψυχρή την κοκαΐνη.
Α, στην οθόνη κλίναμε το γόνα,
λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη
το περιστέρι ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Ο Θάνατος ήρθε ένα βήμα πιό κοντά.
Μου φαίνεται πώς δέν κρατάει δρεπάνι αλλά απόχη.
Μά έχω πιά μάθει να σκέφτομαι σωστά
στά ερωτήματα πού κανείς απαντά
μ’ ένα ναί ή ένα όχι.

Θέλω νά πω, τό μέλλον χτυπάει στό ψαχνό
αλύπητα. Κι ανακαλύπτω
μέ θλίψη πώς έχω αρχίσει νά ξεχνώ.
Πώς όλα σκεπάζονται μ’ ένα αχνό
σύννεφο, κι όχι μέ τή σκιά των ευκαλύπτων.

Νιώθω πώς λίγα πράγματα μπορούν νά συμβούν,
κι άλλα, πολύ περισσότερα, πώς δέν θά γίνουν.
Μά όσα δέν γίνονται τώρα, βομβούν
στά σκονισμένα κοιλώματα του λοβού
όπως οι σφήκες στούς κάλυκες των κρίνων.

Πάνσοφε, Μεγαλόθυμε, Άρχοντα του Φωτός,
χάρισέ μου έναν θάνατο αντρίκειο.
Τούτο μονάχα σου ζητώ,
εγώ πού ποτέ μου δέν δέχτηκα δοτό
πόστο ή οφφίκιο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Μήπως μια φορά κι έναν καιρόν
άνθρωπος τον άνθρωπο στα μάτια κοιτούσε;

Έναρθρη η Σιωπή ξάφνου μιλάει χαμογελώντας γλυκά,
δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών το αγκάθι του Θανάτου
δικαιωμένο· οι κολασμένοι του κόσμου αμόλυντοι εκεί κάτου
και ιδού, επιτέλους, στ’ ανθρώπινα χέρια προνόμια θεϊκά.

Κύματα ευτυχίας, πεταλούδες λευκές, μέλι, ανθοί και καρποί
απαγορευμένοι και ιδιοτελείς, γνωρίζουμε πώς, προηγουμένως.
Ρυτίδες ελπίδες στη γλώσσα του ο καθείς, κανένας
……………….……μελαγχολημένος,
άλλοτε άδικα σκότωνε η αιμοδιψής πολεμική ριπή.

Χαράζει ( νομίζω ), λιώνουν τα μαύρα βουνά και η ζωή βιαστική
δεν είναι ( θαυμάσια φίλοι μου, δεν έχω την κατάρα
……………….……του τελευταίου ),
παράξενη ησυχία θα πεις όμως έχουμε την υπόσχεση

……………….…… του ευκταίου.

Η φτώχεια δεν κλαίει με τα παιδιά της μήτε η φάλτσα μουσική,
αθάνατο νερό, μόνιμα πρελούντια Χαράς ( και πια δεν περιμένω
τον βαρύ τον πένθιμο τον χαμηλό ρυθμό τον λυπημένο ).

Χαιρετισμοί, 1999

.

 

 

Μόλις ξεπεράσω το ρίγος των δικών μου ποιημάτων
θα ασχοληθώ με τον κόσμο των πραγμάτων.
Θ’ ανοίξω γράμματα, θα ξεφυλλίσω βιβλία —
ανεξάντλητο απόθεμα για ειρωνεία.

Μακάρι να διέθετα περισσότερη ασέλγεια.
Εισπράττω μόνο του στιχουργού τα δικαιώματα,
φαγώθηκα με τις παρομοιώσεις και τα χρώματα
μα υπελείφθην, λένε, σε ποιητική ενέργεια.

Ασφαλώς, έχω στην τέχνη κάποια σημασία.
Στις κρίσεις μου γενικά επιδεικνύω ανοχή.
Τί ν’ απαντήσω: αντιδώρημα ή αντιπαροχή;
Οι αφιερώσεις μού προξενούν αμηχανία.

Ποιητής των αχράντων μας των μυστηρίων
(καθόλου τυχαία, κύριοι, η περίπτωσή μου)
αδικήθηκα φριχτά από τη νεύρωσή μου.
Εγώ, λογιστής απλώς των ερειπίων;

Να βρω έναν στόχο που δεν θα τον έχουν περπατήσει
— δεν με αποθαρρύνει της συνθέσεως η βραδύτης.
Η υψηλή έμπνευσή μου θα μιλήσει.
Είναι καλύτερος από μένα ο Ελύτης;

Παρά ταύτα, 2001